Μη μου πει κανείς πως υπάρχει παιδί στον κόσμο που να μην έκανε σκανταλιές ή που να μη λαχτάρισε τους γονείς του γιατί θα πει ψέματα οπωσδήποτε. Κάθε παιδί και περισσότερο αγόρι θα κάνει τις ζαβολιές του ή τις απερισκεψίες του, έτσι και εγώ δεν μπορούσα να ξεφύγω από τον κανόνα, όταν μάλιστα ήμουν ή με θεωρούσαν ζωηρό. Απέναντι από το σπίτι μας, στου Σούφη τη βρύση, είχε κήπο ο Αλέξης ο Ζαφειρόπουλος. Σ` αυτόν τον κήπο η μάνα μου είχε φυτέψει καρμπολάχανα και μια μέρα τα πότιζε, με είχε κι εμένα μαζί της γιατί ήμουν πολύ μικρός. Το περιστατικό δεν το θυμάμαι, αλλά μου το διηγιόταν η ίδια. Στο πάνω μέρος του κήπου ήταν μια μικρή γούρνα που μάζευε νερό από τη βρύση του Σούφη. Η Μάνα μου έπαιρνε νερό με έναν κουβά από τη γούρνα και πότιζε τα λάχανα. Σε κάποια στιγμή ασχολήθηκε με κάτι άλλο και άφησε τον κουβά, εγώ ο καλός σου παίρνω τον κουβά και πάω να βγάλω νερό από τη γούρνα μιμούμενος τη Μάνα μου, γέμισε ο κουβάς και με τράβηξε μάσα στη γούρνα. Η Μάνα μου, θες από έγνοια θες από ένστικτο για το παιδί, γύρισε το κεφάλι της και με βλέπει μέσα στη γούρνα να πνίγομαι. Ω? συμφορά της φώναξε και τρέχει, με βγάζει έξω και με γυρίζει ανάποδα να βγάλω το νερό που είχα καταπιεί, έτσι τη γλίτωσα από βέβαιο πνιγμό. Τη δεύτερη λαχτάρα στους γονείς μου την έδωσα λίγο πριν τον πόλεμο, γιατί συνέβη με το άλογό μας. Το άλογο το είχε ο Πατέρας μου έξω στην πλακόστρωτη αυλή μας και του είχε ρίξει χορτάρι να φάει. Εγώ είδα κοντά, στα πίσω πόδια του αλόγου ένα μικρό σανιδάκι γύρω στους είκοσι επί δέκα πόντους το υπολογίζω τώρα, γιατί μου έκανε να φτιάξω παγίδα για πουλιά. Σκύβω και πάω σιγά-σιγά να το πάρω, πρέπει να ήμουν πολύ κοντά στα πόδια του. Το άλογο ήταν πολύ ζηλιάρικο ιδιαίτερα όταν έτρωγε δεν ήθελε κανέναν κοντά του εκτός από τον πατέρα μου, νιώθοντάς με λοιπόν πίσω του με κλώτσησε. Η οπλή του αλόγου με βρίσκει στο κεφάλι, η κλωτσιά δεν ήταν δυνατή γιατί ήμουν πολύ κοντά του, δεν μου άνοιξε πληγή αλλά μου γούβωσε το κόκαλο προς τα μέσα. Οι φωνές μου έβγαλαν τη μάνα μου έξω, κλάμα, φωνές κακό. Στο Χωριό συμπτωματικά βρέθηκε ο γιατρός Ανδριανόπουλος από τα Μαζέικα και τον φέρνουν στο σπίτι, μόλις με βλέπει κουνάει το κεφάλι του και λέει" Αν ο οργανισμός του παιδιού γυρίσει το κόκαλο προς τα έξω τη γλίτωσε αλλιώς φοβάμαι πως θα κουφοβρωμίσει και θα πεθάνει". Την επομένη ημέρα εγώ έπαιζα έξω με τα άλλα παιδιά. Πάντως έχω τα σημάδια του πετάλου στο κεφάλι μου.
Άλλη μια φορά, πρέπει να ήταν τέλος Σεπτέμβρη ή αρχές Οκτώβρη βρίσκομαι στον Αϊ Νικόλα στο χωράφι, είχα δεν είχα παπούτσια δεν θυμάμαι, πάντως ήμουν ξυπόλητος, πέρα από τις άλλες δουλειές που ενδεχομένως να έκανα έβγαλα νερό από το πηγάδι με τον κουβά και πότισα το περιβόλι μας. Κάνοντας αυτή τη δουλειά άφησα τα χνάρια μου στο βρεγμένο χώμα γύρω από το πηγάδι, χωρίς να σκεφτώ, παίρνω την απόφαση να πάω στου Μπαρδίκα για καρύδια. Λέγοντας στου Μπαρδίκα, είναι μια περιοχή τρία τέταρτα της ώρας μακριά, ιδιωτικός ποτιστικός κάμπος. Σ` αυτόν τον κάμπο ο Πατέρας μου είχε σπείρει αραποσίτι μισιακό στης χήρας Φώταινας του Μπαρδίκα τα χωράφια που είχαν και καρυδιές. Φεύγοντας από τον Αϊ Νικόλα δεν ειδοποίησα κανέναν ότι θα πάω εκεί γιατί δεν ήταν κανένας στο χωράφι αλλά και αν ήταν δεν ξέρω αν θα τους το` λεγα. Πηγαίνοντας ο Πατέρας μου στο περιβόλι ψάχνει να με βρει. Φωνάζει ξανά φωνάζει τίποτα, καμιά απάντηση, βλέπει τις πατημασιές μου γύρω από το πηγάδι και το περιβόλι ποτισμένο τον ζώνουν τα φίδια από φόβο και αρχίζει να ανησυχεί, περνάει από το μυαλό του πρώτα το κακό. Παίρνει ένα μακρύ ξύλο και αρχίζει να το βυθίζει στο νερό του πηγαδιού μήπως και είμαι πνιγμένος. Αφού δεν διαπίστωσε κάτι δυσάρεστο ηρέμησε και περίμενε να ξαναφανώ από καμιά μεριά. Έπεσε ο ήλιος και άρχισε να σουρουπώνει και να σου εγώ εμφανίζουμε με ένα ταγαράκι στον ώμο εμάτο καρύδια. Με άφησε να πάω κοντά του χαρούμενος ότι του πήγα καρύδια και ότι του πότισα το περιβόλι αλλά αντί για εύγε με πιάνει από το αυτί και ποίος είδε το θεό και δεν τον φοβήθηκε. Τότε του θύμωσα πολύ, μα ύστερα τον δικαιολόγησα για τη λαχτάρα που του έδωσα κάνοντας αυτή την απερίσκεπτη πράξη.
καραβώσουμε το λιγοστό νερό του ρέματος με κλαδιά από ντούσκο, να σχηματιστεί μία γούρνα. Κόβουμε κλαριά από τα δέντρα καραβώνουμε το νερό, σχηματίζεται μία μικρή λίμνη και μπαίνουμε να κάνουμε το πολυπόθητο μπάνιο, μα το χώμα της περιοχής ήταν άσπρο και μπαίνοντας μέσα και ανακατεύοντας το θόλωσε και έγινε κάτασπρο που αντί να πλυθούμε γίναμε σαν τα γουρουνόπουλα που κυλιούνται στη λάσπη. Τέλος πάντων πλυθήκαμε όπως-όπως και γυρίσαμε στο χωριό πριν πέσει ο ήλιος. Εγώ ο καλός σου που δεν είχα πει σε κανέναν που θα πήγαινα όλη την ημέρα δεν πήγα κατ` ευθείαν στο σπίτι αλλά ανέβηκα στις συκιές του Παμά που ήταν απέναντι από το σπίτι μας για να με δει η Μάνα μου και να με φωνάξει να μαζευτώ στο σπίτι. Κατά κακή μου τύχη όμως στο σπίτι ήταν ο Πατέρας μου, η Μάνα μου είχε πάει με το βαρέλι στη βρύση του χωριού να φέρει νερό. Με βλέπει ο Πατέρας μου και με φωνάζει άγρια να πάω εκεί. Βέβαια από τον τόνο της φωνής του κατάλαβα πως δεν θα περάσω καλά πηγαίνοντας αλλά έπρεπε να πάω και πήγα. Χωρίς να μου πει καμιά κουβέντα, με με περιλαμβάνει με μια βέργα από κορομηλιά και με έδερνε μέχρι να έρθει η Μάνα μου από το σπίτι του Μαστρο-Γιώργη, να κατεβάσει το βαρέλι από την πλάτη της και να με γλιτώσει. Έφαγα της χρονιάς μου. ( Είχε δίκαιο).
No comments:
Post a Comment