Monday, May 14, 2007

Παιδικές σκανδαλιές

Μη μου πει κανείς πως υπάρχει παιδί στον κόσμο που να μην έκανε σκανταλιές ή που να μη λαχτάρισε τους γονείς του γιατί θα πει ψέματα οπωσδήποτε. Κάθε παιδί και περισσότερο αγόρι θα κάνει τις ζαβολιές του ή τις απερισκεψίες του, έτσι και εγώ δεν μπορούσα να ξεφύγω από τον κανόνα, όταν μάλιστα ήμουν ή με θεωρούσαν ζωηρό. Απέναντι από το σπίτι μας, στου Σούφη τη βρύση, είχε κήπο ο Αλέξης ο Ζαφειρόπουλος. Σ` αυτόν τον κήπο η μάνα μου είχε φυτέψει καρμπολάχανα και μια μέρα τα πότιζε, με είχε κι εμένα μαζί της γιατί ήμουν πολύ μικρός. Το περιστατικό δεν το θυμάμαι, αλλά μου το διηγιόταν η ίδια. Στο πάνω μέρος του κήπου ήταν μια μικρή γούρνα που μάζευε νερό από τη βρύση του Σούφη. Η Μάνα μου έπαιρνε νερό με έναν κουβά από τη γούρνα και πότιζε τα λάχανα. Σε κάποια στιγμή ασχολήθηκε με κάτι άλλο και άφησε τον κουβά, εγώ ο καλός σου παίρνω τον κουβά και πάω να βγάλω νερό από τη γούρνα μιμούμενος τη Μάνα μου, γέμισε ο κουβάς και με τράβηξε μάσα στη γούρνα. Η Μάνα μου, θες από έγνοια θες από ένστικτο για το παιδί, γύρισε το κεφάλι της και με βλέπει μέσα στη γούρνα να πνίγομαι. Ω? συμφορά της φώναξε και τρέχει, με βγάζει έξω και με γυρίζει ανάποδα να βγάλω το νερό που είχα καταπιεί, έτσι τη γλίτωσα από βέβαιο πνιγμό. Τη δεύτερη λαχτάρα στους γονείς μου την έδωσα λίγο πριν τον πόλεμο, γιατί συνέβη με το άλογό μας. Το άλογο το είχε ο Πατέρας μου έξω στην πλακόστρωτη αυλή μας και του είχε ρίξει χορτάρι να φάει. Εγώ είδα κοντά, στα πίσω πόδια του αλόγου ένα μικρό σανιδάκι γύρω στους είκοσι επί δέκα πόντους το υπολογίζω τώρα, γιατί μου έκανε να φτιάξω παγίδα για πουλιά. Σκύβω και πάω σιγά-σιγά να το πάρω, πρέπει να ήμουν πολύ κοντά στα πόδια του. Το άλογο ήταν πολύ ζηλιάρικο ιδιαίτερα όταν έτρωγε δεν ήθελε κανέναν κοντά του εκτός από τον πατέρα μου, νιώθοντάς με λοιπόν πίσω του με κλώτσησε. Η οπλή του αλόγου με βρίσκει στο κεφάλι, η κλωτσιά δεν ήταν δυνατή γιατί ήμουν πολύ κοντά του, δεν μου άνοιξε πληγή αλλά μου γούβωσε το κόκαλο προς τα μέσα. Οι φωνές μου έβγαλαν τη μάνα μου έξω, κλάμα, φωνές κακό. Στο Χωριό συμπτωματικά βρέθηκε ο γιατρός Ανδριανόπουλος από τα Μαζέικα και τον φέρνουν στο σπίτι, μόλις με βλέπει κουνάει το κεφάλι του και λέει" Αν ο οργανισμός του παιδιού γυρίσει το κόκαλο προς τα έξω τη γλίτωσε αλλιώς φοβάμαι πως θα κουφοβρωμίσει και θα πεθάνει". Την επομένη ημέρα εγώ έπαιζα έξω με τα άλλα παιδιά. Πάντως έχω τα σημάδια του πετάλου στο κεφάλι μου.

Άλλη μια φορά, πρέπει να ήταν τέλος Σεπτέμβρη ή αρχές Οκτώβρη βρίσκομαι στον Αϊ Νικόλα στο χωράφι, είχα δεν είχα παπούτσια δεν θυμάμαι, πάντως ήμουν ξυπόλητος, πέρα από τις άλλες δουλειές που ενδεχομένως να έκανα έβγαλα νερό από το πηγάδι με τον κουβά και πότισα το περιβόλι μας. Κάνοντας αυτή τη δουλειά άφησα τα χνάρια μου στο βρεγμένο χώμα γύρω από το πηγάδι, χωρίς να σκεφτώ, παίρνω την απόφαση να πάω στου Μπαρδίκα για καρύδια. Λέγοντας στου Μπαρδίκα, είναι μια περιοχή τρία τέταρτα της ώρας μακριά, ιδιωτικός ποτιστικός κάμπος. Σ` αυτόν τον κάμπο ο Πατέρας μου είχε σπείρει αραποσίτι μισιακό στης χήρας Φώταινας του Μπαρδίκα τα χωράφια που είχαν και καρυδιές. Φεύγοντας από τον Αϊ Νικόλα δεν ειδοποίησα κανέναν ότι θα πάω εκεί γιατί δεν ήταν κανένας στο χωράφι αλλά και αν ήταν δεν ξέρω αν θα τους το` λεγα. Πηγαίνοντας ο Πατέρας μου στο περιβόλι ψάχνει να με βρει. Φωνάζει ξανά φωνάζει τίποτα, καμιά απάντηση, βλέπει τις πατημασιές μου γύρω από το πηγάδι και το περιβόλι ποτισμένο τον ζώνουν τα φίδια από φόβο και αρχίζει να ανησυχεί, περνάει από το μυαλό του πρώτα το κακό. Παίρνει ένα μακρύ ξύλο και αρχίζει να το βυθίζει στο νερό του πηγαδιού μήπως και είμαι πνιγμένος. Αφού δεν διαπίστωσε κάτι δυσάρεστο ηρέμησε και περίμενε να ξαναφανώ από καμιά μεριά. Έπεσε ο ήλιος και άρχισε να σουρουπώνει και να σου εγώ εμφανίζουμε με ένα ταγαράκι στον ώμο εμάτο καρύδια. Με άφησε να πάω κοντά του χαρούμενος ότι του πήγα καρύδια και ότι του πότισα το περιβόλι αλλά αντί για εύγε με πιάνει από το αυτί και ποίος είδε το θεό και δεν τον φοβήθηκε. Τότε του θύμωσα πολύ, μα ύστερα τον δικαιολόγησα για τη λαχτάρα που του έδωσα κάνοντας αυτή την απερίσκεπτη πράξη.

Αποφασίζουμε άλλη μια φορά κανά πεντάρι παιδόπουλα. Εγώ, ο Λιάς του Σωτήρη του Πράπα, ο Δημήτρης του Πανάγου του Παμά (Παπασημακόπουλος) ο Βασίλης του Τσαμένου (Σακελλαρόπουλος) και τον πέτο δεν τον θυμάμαι, μήνα Μάη να πάμε στον καλογερικό κάμπο να φάμε μούρα και να μαζέψουμε κουκουναρομύγδαλα από τις κουκουναριές. Τον κάμπο της κατσάνας τον είχε στη δικαιοδοσία του το μοναστήρι του Αγίου Αθανασίου και τον καλλιεργούσαν κατά το μεγαλύτερο ποσοστό Τσορωταίοι (Λευκάσιοι) τον υπόλοιπο τον καλλιεργούσαν Κρυνοφιτινοί και Λυκουριάτες. Θυμάμαι το χωράφι του πατέρα μου "τον Ταρζανά" όπως το αποκαλούσαν. Δίπλα σ` εκείνο το χωράφι ήταν μια μουριά που έκανε άσπρα πεντάγλυκα μούρα και πιο πάνω στο παλιομέτοχο που ήταν χαλάσματα, εκεί βρισκόντουσαν ποίος ξέρει πόσα χρόνια, τρεις πανύψηλες κουκουναριές, τόσο ψηλές που πετούσαμε κατακόρυφα πέτρα και δεν έφθανε ούτε στη μέση του κορμού τους. Μαζεύαμε μύγδαλα από τα κουκουνάρια που πέφτανε και τα τρώγαμε. Έτσι μ` αυτό το σκεπτικό φύγαμε για τον κάμπο μια ώρα και βάλε από το χωριό. Φθάνοντας εκεί και αφού φάγαμε μούρα και μύγδαλα μας άνοιξε η όρεξη να περάσουμε απέναντι από το ποτάμι τον Αρωάνιο που σημειωτέον κατέβαζε μπόλικο νερό τον Μάιο Μήνα, να συμπληρώσουμε το γεύμα μας με κουκιά από το περιβόλι του Χάλλα. Ο Λιάς και ο Δημήτρης γνώριζαν ένα παιδί του Χάλλα που το όνομα του δεν το θυμάμαι, του φώναξαν και αυτός μας υπέδειξε ένα πλάτωμα του ποταμού που το νερό απλωνότανε και ήταν βατό και μας είπε να πιαστούμε χέρι-χέρι και να περάσουμε, πράγμα που κάναμε Φάγαμε κουκιά και κάποια στιγμή έπρεπε να γυρίσουμε. Μας συνοδεύει το παιδί μέχρι το σημείο του ποταμού που περάσαμε. Οι άλλοι πιάνονται χέρι-χέρι όπως και πριν και περνάνε, εγώ είτε θες φοβήθηκα είτε ήθελα να δείξω πως δεν φοβάμαι το ποτάμι δεν πιάστηκα με τους άλλους και προσπάθησα να το περάσω μόνος μου, όταν έφτασα στη μέση του ποταμού, που σημειωτέον το νερό παγωμένο και ορμητικό μας έφτανε πάνω από τα γόνατα, κοιτάζω κάτω και βλέπω να παρασύρονται τα χαλίκια από το νερό, σαστίζω, ζαλίζομαι και κωλοκάθομαι στο νερό το οποίο με παρασύρει προς τα κάτω που γινότανε πιο ορμητικό και επικίνδυνο. Τότε το παιδί του Χάλλα πέφτει στο ποτάμι, με πιάνει και με βγάζει στην απέναντι μεριά δηλαδή με γλίτωσε από βέβαιο πνιγμό.

καραβώσουμε το λιγοστό νερό του ρέματος με κλαδιά από ντούσκο, να σχηματιστεί μία γούρνα. Κόβουμε κλαριά από τα δέντρα καραβώνουμε το νερό, σχηματίζεται μία μικρή λίμνη και μπαίνουμε να κάνουμε το πολυπόθητο μπάνιο, μα το χώμα της περιοχής ήταν άσπρο και μπαίνοντας μέσα και ανακατεύοντας το θόλωσε και έγινε κάτασπρο που αντί να πλυθούμε γίναμε σαν τα γουρουνόπουλα που κυλιούνται στη λάσπη. Τέλος πάντων πλυθήκαμε όπως-όπως και γυρίσαμε στο χωριό πριν πέσει ο ήλιος. Εγώ ο καλός σου που δεν είχα πει σε κανέναν που θα πήγαινα όλη την ημέρα δεν πήγα κατ` ευθείαν στο σπίτι αλλά ανέβηκα στις συκιές του Παμά που ήταν απέναντι από το σπίτι μας για να με δει η Μάνα μου και να με φωνάξει να μαζευτώ στο σπίτι. Κατά κακή μου τύχη όμως στο σπίτι ήταν ο Πατέρας μου, η Μάνα μου είχε πάει με το βαρέλι στη βρύση του χωριού να φέρει νερό. Με βλέπει ο Πατέρας μου και με φωνάζει άγρια να πάω εκεί. Βέβαια από τον τόνο της φωνής του κατάλαβα πως δεν θα περάσω καλά πηγαίνοντας αλλά έπρεπε να πάω και πήγα. Χωρίς να μου πει καμιά κουβέντα, με με περιλαμβάνει με μια βέργα από κορομηλιά και με έδερνε μέχρι να έρθει η Μάνα μου από το σπίτι του Μαστρο-Γιώργη, να κατεβάσει το βαρέλι από την πλάτη της και να με γλιτώσει. Έφαγα της χρονιάς μου. ( Είχε δίκαιο).

Σταχυολόγησα μερικές μου σκανταλιές και αμυαλοσύνες από την πληθώρα που έχω κάνει στην παιδική μου ηλικία για δείξω ότι κι εμείς που λέμε σήμερα στα παιδιά μας ότι είμαστε πρότυπα παιδιών δεν είμαστε και τόσο άγιοι όσο θέλουμε να παρουσιαζόμαστε. "Θυμήσου τα δικά σου και συχώρα τα παιδιά σου." λέει η σοφή λαϊκή παροιμία και είναι πέρα για πέρα αληθινή.

Οι Γερμανοί στο Χωριό

Φθινόπωρο και η φύση ντυμένη στο χαλκοπράσινο χρώμα. Οι χωρικοί στις δουλειές, για το μάζεμα της σοδιάς τους. Ήταν απόγευμα με λίγα σύννεφα στον ουρανό, που ακούστηκαν πυροβολισμοί κατά τα παλιάμπελα. Η είδηση κυκλοφόρησε σαν αστραπή. έρχονται οι
Γερμανοί, νάτοι στα Σουλινάρια, αυτοί πυροβολούν. Οι άντρες που βρέθηκαν στο χωριό ή κοντά σ` αυτό τράβηξαν κατά το πλάι, μπήκαν στα δέντρα και βγήκαν στην αγία Τριάδα, πέσανε κατά την πουρνάρα, κι από κει τράβηξαν στα στανοτόπια του Καμαριού για να γλιτώσουν από τους Γερμανούς. Ο πατέρας μου ως συνήθως ήταν στον Αι-Νικόλα στο χωράφι. Έφυγα κι αυτός προς το χωριό, αλλά έως ότου να έρθει και να βγει προς την Κρίκια να μπει στο δάσος οι Γερμανοί είχαν φθάσει στη Μουζάλα, του έκαναν φραγμό πυρός οπότε αναγκάσθηκε να γυρίσει στο σπίτι. Οι Γερμανοί μπήκαν στο χωριό και η πρώτη τους δουλειά ήταν να συγκεντρώσουν όλους τους άντρες που βρέθηκαν σ` αυτό. Παρουσιάστηκαν πεντέξι, μεταξύ των οποίων και ο πατέρας, τους ζήτησαν να βγουν και να μαζέψουν αυγά, πράγμα το οποίο και έκαναν. Στρατοπέδευσαν λοιπόν στο χωριό για τρεις ημέρες. Το μαγειρείο τους το είχαν στήσει στο σπίτι του Μάστρο-Γιώργη που ήταν πάνω από το δικό μας. Για να φάνε είχαν μαζέψει, κότες, γουρουνόπουλα, κατσίκια, και ότι άλλο βρήκαν, τα είχαν ξαπλώσει σφαγμένα σε κάτι σανίδια έτοιμα για να τα μαγειρέψουν.

Ο Πατέρας μου κλεισμένος στο σπίτι, τον έβλεπα να διακατέχεται από μια νευρικότητα και μια ανησυχία ανακατεμένη και με φοβία τόσο έντονη που έγινε αντιληπτή και σε εμάς τα παιδιά. Βλέποντάς τον να φοβάται φοβόμαστε κι εμείς. Βέβαια είχε το λόγο του να φοβάται και να έχει αυτή τη νευρικότητα, αυτή θα μας την πει αργότερα που θα φύγουν οι Γερμανοί. Φοβότανε, μας είπε, γιατί προ ολίγων ημερών οι αντάρτες τον είχαν επιφορτίσει με την ευθύνη να κρύψει κάμποσα κουταλοπίρουνά τους. Παίρνοντάς τα πήγε και τα έκρυψε σε μια πυκνή βατουλιά απέναντι από το σπίτι μας στου Αλέξη του Ζαφειρόπουλου τον κήπο, τα είχε καλά κρύψει, πλην όμως κάθε φορά που οι Γερμανοί γύριζαν στους κήπους για καμιά κότα η καρδιά του πήγαινε να σπάσει από το φόβο του, αλίμονο μας αν γινόντουσαν αντιληπτά τα κουταλοπίρουνα από τους Γερμανούς. Όχι μόνον τον πατέρα μου και τους άλλους συγχωριανούς θα σκότωναν αλλά θα έκαιγαν και το χωριό, δηλαδή τέλια καταστροφή. Όταν έφευγαν έπαιρνε βαθιά αναπνοή κι έλεγε τους στράβωσε και τούτη τη φορά ο Αι-Δημήτρης. Αυτό το σκηνικό θα επαναληφθεί πολλές φορές την ημέρα.

Εμείς τα παιδιά τη βγάζαμε εκεί κοντά στα μαγειρεία τους. Μια μέρα ένας Γερμανός στρατιώτης προφανώς έκανε αστεία, γιατί εκεί που είμαστε μαζεμένοι, άρχισε να μοιράζει τα παιδιά στις γυναίκες που βρέθηκαν εκεί και στους στρατιώτες, τούτο δικό σου, το άλλο δικό
σου,. ...... κι όταν έφθασε στην ειρήνη του Αρφάνη που ήταν και η μεγαλύτερη είπε δικό μου. Τότε εμείς το βάλαμε στα πόδια, μαζί μας και η Ειρήνη. Είναι γεγονός ότι τις τρεις μέρες που κάθισαν στο χωριό δεν πείραξαν κανέναν. Η Δρόσω, Γυναίκα του Μαστρο-Γιώργη, στο σπίτι της οποίας είχαν κάνει το μαγειρείο τους μπαινόβγαινε στο σπίτι της κι ένας από τους Γερμανούς είτε ήθελε να την φοβίσει να μην ξαναπάει και να μπερδεύεται στα πόδια τους είτε ήθελε πράγματι να την κουτουπώσει, την κυνήγησε. Η Δρόσω έφθασε στο σπίτι το δικό μας και ξάπλωσε ανάμεσα σ` εμάς που είχαμε κοιμηθεί στρωματσάδα. Ο Γερμανός την ακολούθησε μέχρι το σπίτι μας, μπαίνει μέσα, πεδουκλώνεται σ` εμάς τα πιτσιρίκια, πίκολο-πίκολο, λέει, και πάει να φύγει, οπότε βλέπει την Δρόσω ανάμεσα σε μας της φωνάζει Μπουμπούσο κι έφυγε. Από τότε και ύστερα της έμεινε το Μπουμπούσο. Το τελευταίο βράδυ ήρθε στο σπίτι ένας στρατιώτης Αλσατός και ζήτησε λάμπα. Ο πατέρας μου που ήξερε λίγα Γαλλικά από την παραμονή του στη Γαλλία έξι μήνες σαν στρατιώτης έπιασε κουβέντα μαζί του, βλέποντας εμάς τους μικρούς έβγαλε από το χιτώνιο μια φωτογραφία και την έδειξε του πατέρα μου, ήταν η οικογένειά του γυναίκα και τέσσερα παιδιά, τη φίλησε και την ξανάβαλε στη θέση της, γυρίζει και του λέει πρωί πάρτη σολδάτο. Όταν άκουσε αυτό ο πατέρας μου άλλαξε μονομιάς το πρόσωπό του. Η ελπίδα ότι δεν θα μας βρει καμιά συμφορά με τα κουταλοπίρουνα των ανταρτών ξαναζωντάνεψε στη φοβισμένη του καρδιά. Ευχαρίστησε το Γερμανό για την πληροφορία, του έδωσε τη λάμπα που ζήτησε κι έφυγε ο Γερμανός ενώ ο πατέρας μου σχεδόν πανηγύριζε. Πράγματι πριν καλά-καλά φωτίσει οι Γερμανοί είχαν φύγει από το χωριό. Οι άντρες που πρόλαβαν να φύγουν ξαναγύρισαν και άρχισε η καθημερινότητα όπως και πρώτα. Ο πατέρας έτρεξε να βγάλει από τη βατουλιά δύο σακίδια κουταλοπίρουνα, τα έδωσε στην οργάνωση κι έτσι έφυγε από πάνω του ένα μεγάλο βάρος. Τότε μάθαμε ότι και μέσα στο εξωκλήσι του Αι Γιάννη είχαν χωμένο όλο το αρχείο των ανταρτών.

Πέρα από τους λιγοστούς που μπλοκαρίστηκαν στο χωριό κατά την άφιξη των Γερμανών μάθαμε πως και άλλοι δύο άντρες, ο Γιάννης Κιούσης(Νιαούρος) και ο Αντρέας Ορφανός (Αντρούτσος) μη προφθάνοντας να φύγουν βρήκαν σαν καταφύγιο το χωνευτήρι. Αυτό είναι, μια θολωτή κρύπτη μέσα στην οποία οι χωριανοί έριχναν τα οστά των δικών τους μετά την εκταφή, και βρίσκεται κάτω ακριβώς στο προαύλιο της εκκλησίας η δε πρόσβασή της γίνεται μόνον από μία τρύπα (παράθυρο) που έχει στον κάθετο τοίχο της μάντρας προς το μέρος του πλατάνου. Έλεγε λοιπόν ο Αντρούτσος διηγούμενος την περιπέτεια του. Βρεθήκαμε προ αδιεξόδου, δεν ξέραμε τι να κάνουμε οι Γερμανοί μπήκαν στο χωριό, εμείς κοντά στην εκκλησία, τότε σκεφτήκαμε το χωνευτήρι, σκαρφαλώνει ο Νιαούρος στη μάντρα και μπαίνει μέσα, εγώ του δίνω λίγες πέτρες και σκαρφαλώνω κι εγώ, χτίζουμε την τρύπα από μέσα και δεν βγάζαμε ούτε ανάσα, κοιμηθήκαμε απάνω στα κοκάλα, οι Γερμανοί περνοδιάβαιναν στη βρύση κι ακούγαμε τις συνομιλίες τους. Κάποια στιγμή πιάνει τον Νιαούρο ένας βήχας που παρά λίγο να μας ακούσουν, τότε βουτάω μια κλητσινάρα κόκαλο και του λέω αν δεν σταματήσει θα του σπάσω το κεφάλι. Οι Γερμανοί πάνω στη μάντρα της εκκλησίας είχαν στήσει ένα πολυβόλο, που να φανταστούν ότι κάτω από τα πόδια τους βρισκόντουσαν κρυμμένοι άνθρωποι.

Ύστερα από τρεις περίπου μήνες και συγκεκριμένα το πρώτο δεκαήμερο του Δεκέμβρη οι Γερμανοί ξαναφάνηκαν στο χωριό και μάλιστα αυτή τη φορά έπιασαν όλο το χωριό στον ύπνο κι ας ήταν σχεδόν μεσημέρι. Μπήκαν στο χωριό από του Γυφτο-Μήτσου το σπίτι ερχόμενοι από του Φίλια, πέρασαν τη βρύση, ακολούθησαν το δρόμο πάνω από το σπίτι μας, έστριψαν στου Γιαμαρέλου, τα Καβουριναίκα, κι από κει στο χαλιά με κατεύθυνση τα Μαζέικα. Δεν πείραξαν κανέναν, δεν κοίταξαν κανέναν αλλά και ούτε άπλωσαν το χέρι τους να πάρουν σταφίδες και καρύδια που τους πρόφεραν γυναίκες έξω από το σπίτι του Καψάλη. Αργότερα οι μεγαλύτεροι εξήγησαν τη στάση τους. Είχαν έλεγαν διατεταγμένη υπηρεσία, πήγαιναν στα Καλάβρυτα για να ενωθούν με τους άλλους που ανέβηκαν από το Αίγιο για να κάνουν το μεγαλύτερο έγκλημα, τη σφαγή των Καλαβρύτων.

Η οργάνωση του χωριού έχοντας πάρει εντολή από τους αντάρτες, μάζεψε μερικούς άντρες, μεταξύ των οποίων και τον πατέρα μου και πήγαν στους πολέμους στο Παγκραταίικο στενό για να κάνουν σαμποτάζ χαλώντας το Δημόσιο δρόμο Μαζέικα - Τρίπολη. Το κομμάτι αυτό του δρόμου βρισκόταν σε μια σάρα και ήταν εύκολο να το καταστρέψουν σκάβοντάς το, ώστε να μην μπορούν να περάσου τα Γερμανικά αυτοκίνητα. Μετά το σαμποτάζ ήρθαν στο σπίτι μας, ο Ανδρέας ο Κατσής ο Ανδρέας ο Ζουρνάς μαζί με τον πατέρα μου, κάθισαν στη
φωτιά για να στεγνώσουν γιατί έριχνε χιόνι και ήπιαν μια πεντακοσάρα τσίπουρο. Το τσίπουρο αυτό ήταν τόσο δυνατό αφού όσο έμενε στο ποτήρι τους το έριχναν στη φωτιά και φούντωνε λες και ήταν οινόπνευμα. Τον πατέρα μου τον γυρόφερναν να τον γράψουν στην
οργάνωση, αλλά αυτός τους ξεγλιστρούσε προτάσσοντας εμάς τα παιδιά που ήμαστε μικρά και είχαμε την ανάγκη του.

Οι Ελασίτες περνούσαν συχνά από το χωριό και μάλιστα μετά την συνθηκολόγηση της Ιταλίας μια φορά είχαν φέρει μαζί του κάμποσους Ιταλούς, αυτή τη φορά όχι αιχμαλώτους αλλά προστατευόμενους για να γλιτώσουν από τους Γερμανούς. Στον Αλέξη το Ζαφειρόπουλο, δεν ξέρω πως, ξέπεσε ένας Ιταλός, ο Φρατζέσκος, που ήταν δάσκαλος στο επάγγελμα. Ο Αλέξης τον είχε θεληματάρη. Τον περιποιόταν όμως κι αυτός ανταπέδιδε την περιποίηση με διάφορες δουλειές. Μετά την απελευθέρωση ο Φρατζέσκος γύρισε στην Πατρίδα του και αλληλογραφούσε με τον Αλέξη για μεγάλο χρονικό διάστημα. Η τελευταία φορά που πέρασαν οι Γερμανοί από το χωριό ήταν το καλοκαίρι του 1944, ήταν ακριβώς μετά το θερισμό και τούτο το θυμάμαι γιατί οι καλαμιές που είχαν απομείνει μου τρυπούσαν τα γυμνά και αδύνατα πόδια μου τρέχοντας ανάμεσα σ ` αυτές ψάχνοντας να βρούμε τρόπο και τόπο να κρυφτούμε για να μη μας θερίσουν σαν τα στα στάρια τα πολυβόλα των Γερμανών. ήμουν εννιά χρόνων εκείνο το καλοκαίρι που ακούστηκε στον Αι-Νικόλα που μέναμε, να φωνάζουν αλαφιασμένοι οι χωριανοί, φύγετε να φύγουμε, έρχονται οι Γερμανοί. Ξανάφθαναν στο Μέξι, μπουκάρανε από του Μαρίνη την τρύπα, έρχονται από τα Μαζέικα. Ένα αναβρασμός, μια χλαλοή, ένας πανικός διάσπαρτος. Άκουγες φωνές μικρών παιδιών, βελάσματα προβάτων, ποδοβολητά ανθρώπων και ζώων ανακατεμένα, που σε γέμιζαν φόβο και τρόμο έστω και αν καλά-καλά δεν ήξερες τι θα πει κίνδυνος. Όλος τούτος ο αναβρασμός είχε μια κατεύθυνση προς τα παλιάμπελα κι από κει προς τον Αι Θόδωρο. Η μάνα μου έχοντας στην αγκαλιά της την τετράχρονη αδερφή μου την Αρετή, και εμάς από κοντά της ακολουθούσε τους άλλους συγχωριανούς μας, που σαν μπουλούκι από σκόρπια γιδοπρόβατα τρέχαμε να κρυφτούμε. Που όμως; Οι Γερμανοί ακούστηκαν από τους πυροβολισμούς τους, που έβλεπαν όπως φαίνεται τον κοσμάκη να τρέχει, αλλά δεν χτυπούσαν στο ψαχνό που λένε, αλλά πυροβολούσαν είτε για εκφοβισμό είτε για να το γλεντήσουν το θέαμα. Οι άντρες, κι ο πατέρας μου μαζί θα πέσουν στον Αι Θόδωρο και θα φθάσουν όπως θα μας πει ύστερα από τρεις μέρες που γύρισε μέχρι τα Μαγούλιανα, πηγαίνοντας μπροστά αυτοί και πίσω τους οι Γερμανοί.

Εμείς τα γυναικόπαιδα με τους γέροντες, μη μπορώντας να ακολουθήσουμε τους άντρες έπρεπε ή να μείνουμε να μας πιάσουν οι Γερμανοί ή να βρούμε τόπο και τρόπο να κρυφτούμε. Κρυφτήκαμε λοιπόν δίπλα από τα δέντρα του Μητσρόγιαννη στην Κιάφα και πιο κάτω από το περιβόλι του Θέμου του Ζαφειρόπουλου σένα ρέμα. Το ρέμα αυτό ήταν ανάμεσα σε θάμνους από ρουπάκια που το καταστούσαν αθέατο. Το άνοιγμα του στο επάνω μέρος, δηλαδή στην επιφάνεια, ήταν περίπου δύο μέτρα και κάτω στην κοίτη του σχημάτιζε τέτοιο κοίλωμα που θα μπορούσε να κρύψει ολόκληρο χωριό. Μέσα σ` αυτό το ρέμα στριμωχτήκαμε όλα τα γυναικόπαιδα και οι γέροντες, και περιμέναμε να περάσει η μπόρα που ερχότανε από τους πυροβολισμούς των Γερμανών. Όλο και πλησιάζανε οι πυροβολισμοί κι εμείς όλο και σφίγγαμε την καρδιά μας για να μην σπάσει από το φόβο. Οι Γερμανοί έφθασαν κοντά μας, πέρασαν σχεδόν δίπλα μας, ακούγαμε το ποδοβολητό τους, ακολουθούσαν το μονοπάτι που ήταν παράλληλα με το ρέμα και έβγαινε στο καταράχι κι από κει κατέβαινε στον Αι Θόδωρο.
Εκείνη τη δύσκολη στιγμή που περνούσαν δίπλα μας όλα τα μωρά κοιμόντουσαν λες και οι μανάδες τους τα είχαν ποτίσει αφιόνι. Βοήθησε ο Θεός και δεν έκλαψε κανένα. Φανταστείτε να έκλεγε κάποιο, να το άκουγαν οι Γερμανοί, και να μας βγάζουν από το ρέμα σαν τα ποντίκια; Αν και από τα επακόλουθα γεγονότα προκύπτει ότι σ` αυτή την εκκαθαριστική επιχείρηση, αν τη χαρακτηρίσω έτσι, οι Γερμανοί δεν είχαν προφανώς σκοπό να καταδιώξουν ούτε τους αντάρτες, ούτε τους πολίτες των χωριών από τα οποία περνούσαν, αλλά να συγκεντρωθούν στην Τρίπολη γιατί ήταν η απαρχή της συμπτύξεώς τους και της αποχωρήσεώς τους από την Πελοπόννησο και στη συνέχεια από την Ελλάδα σύμφωνα με εντολή του Χίτλερ. Ήταν η χαραυγή της απελευθερώσεως, αφού τον Οκτώβριο εγκαταλείπουν την Πελοπόννησο ανατινάζοντας τον ισθμό της Κορίνθου και σε ένα μήνα έχουν φύγει από ολόκληρη την Ελλάδα.


Στη Μέση Ανατολή σχηματίζεται η πρώτη Ελληνική Κυβέρνηση υπό τον Γεώργιο Παπανδρέου και τον Παναγιώτη Κανελλόπουλο και έρχεται στην Ελλάδα να διαπραγματευτεί τον αφοπλισμό και τη διάλυση των διαφόρων ανταρτικών ομάδων. Γίνεται η συνθήκη της Βάρκιζας και συγκροτείται το μεγαλύτερο συλλαλητήριο των Αθηνών στην πλατεία Συντάγματος, Ο Παπανδρέου μιλάει στο συγκεντρωμένο πλήθος από τον εξώστη του Ξενοδοχείου Μ. Βρετανίας και λέει εκείνη την παροιμιώδη φράση στο αλαλάζων πλήθος για λαοκρατία. "ΛΑΟΚΡΑΤΙΑ ΑΛΛΑ ΚΑΙ ΝΟΜΟΣ". Ακολουθούν τα Δεκεμβριανά. Στου Μακρυγιάννη σκοτώνεται ο συμπατριώτης Ενωμοτάρχης Σπύλιος Σταθακόπουλος, αδερφός του Θεόδωρου Σταθακόπουλου (Σούσουρα). Στο χωριό μας όπως έχω και αλλού γράψει δεν υπήρχαν κομουνιστές, τα δύο παλαιά κόμματα, Βενιζελικοί και Λαϊκοί μοιράζονταν τους ψήφους, υπερτερούσαν όμως οι του Λαϊκού κόμματος. Στο Δημοψήφισμα που έγινε για την επαναφορά ή μη του Βασιλέως θυμάμαι μια ισχυρή ομάδα ψηφοφόρων από το χωριό που ξεκίνησε από το προαύλιο της εκκλησίας συνταγμένη με προπορευόμενη τη γαλανόλευκη να πάνε στου Φίλια για να ψηφίσουν επειδή εκεί ήταν το εκλογικό κέντρο. Έχει ήδη πεθάνει ο Μεταξάς και την Πρωταπριλιά πεθαίνει και ο Βασιλιάς Γεώργιος και αναλαμβάνει ο Παύλος με τη Φρειδερίκη. Η αναγγελία του θανάτου του θεωρήθηκε πρωταπριλιάτικο ψέμα, μα ήταν αληθινό, είμαστε στο σχολείο όταν έφθασε η είδηση.

Περίοδος 1940-1949 \\ Παιδική Ηλικία

Τα της κηρύξεως του Ελληνο-Ιταλικού Πολέμου δεν χρειάζεται να τα γράψω, είναι γνωστά. Εκείνο όμως που θα αναφέρω είναι η χαρακτηριστική εικόνα που έντονα είναι γραμμένη στη μνήμη μου, είναι το χτύπημα της καμπάνας του χωριού που ανήγγειλε την Γενική Επιστράτευση. Οι Ιταλοί προ δύο ημερών, και συγκεκριμένα του Αγίου Δημητρίου, είχαν βομβαρδίσει την Πάτρα, σ` αυτόν τον βομβαρδισμό σκοτώθηκε η αδερφή του πατέρα μου, Δημητρούλα κι ένας θείος της (Γρηγόρης Ζάππας), έμεναν στην οδό Τριών Ναυάρχων, που δέχτηκε τις περισσότερες βόμβες. Στο κάλεσμα της καμπάνας έφευγαν οι άντρες του Χωριού για να πάνε στα Καλάβρυτα με τα πόδια κι από εκεί στις μονάδες τους με το τρένο. Την ημέρα της επιστράτευσης εμείς είμαστε στο Σχολείο. Ο Δάσκαλος Κώστας Βουρλής από του Φίλια μας έδιωξε, έκλεισε το Σχολείο, και κατέβηκε στ`αλώνι της βρύσης για τον Αι Θόδωρο που έμενε. Εδώ πρέπει να πω, ότι δεν πήγαινα επίσημα σχολείο γιατί ήμουν μόλις πεντέμισι χρόνων, πήγαινα όμως σαν ακροατής γι` αυτό θυμάμαι αυτή τη σκηνή.

Εμείς τα πιτσιρίκια κατά τη διάρκεια της κατοχής δεν είχαμε άλλο παιχνίδι να παίξουμε εκτός από πόλεμο. Χωριζόμαστε σε ομάδες κι άρχιζε η μάχη με τις πέτρες, έδινε κι έπαιρνε ο πετροπόλεμος. Εγώ μάλιστα φέρνω τα ίχνη αυτού του πολέμου, είμαι τραυματίας πάνω στη μάχη. Να πως έγινε. Ήταν μήνας Ιούλιος το 1941, αυτό συνάγεται από το γεγονός ότι οι γονείς μου είχαν πάει να θερίσουν σιτάρι στη Λυσσαριά, ένα χωράφι, προίκα της Μάνας μου στο πίσω μέρος του Προφήτη Ηλία. Εμείς κάτω από την επίβλεψη, τις περισσότερες φορές της θειας Βάσως Κουφογιαννιάς, πρώτης εξαδέλφης της Μάνας μου, μέναμε στο Χωριό. Η θεια Βάσω είχε κι αυτή τις δικές της δουλειές και δεν μας είχε πάντοτε κάτω από το βλέμμα της, εξ άλλου όλα τα παιδιά γυρίζαμε στο Χωριό, γιατί δεν υπήρχε κίνδυνος ούτε να χαθούμε, ούτε να κακοποιηθούμε από κανέναν. Εκείνη την ημέρα παίζαμε πετροπόλεμο κάτω από το Σπίτι του Βασίλη του Ζουρνά, εγώ ήμουν πίσω από μια μαντρούλα του κήπου και ο Δημήτρης του Καγιανά (Παναγόπουλος) πιο κάτω κι αυτός στο δικό του αντέρεισμα, πέταξα την πέτρα μου και κρύφτηκα, όπως κάνουν οι πολεμιστές που ρίχνουν με το όπλο τους, κρύβονται και περιμένουν να ξαναρίξουν, έτσι κι εγώ περίμενα, όταν σηκώθηκα να πετάξω την πέτρα μου δέχομαι την πέτρα του Δημήτρη στο φρύδι και με παίρνουν τα αίματα, σταμάτησα το αίμα με χαρτί αλλά το τραύμα έμεινε, το έχω και τώρα που γράφω, γι` αυτό λέω πως είμαι τραυματίας πολέμου, αλλά πετροπόλεμου. Το βράδυ φυσικά έφαγα και τις σχετικές μου από τη Μάνα μου.

Στο Χωριό σπάνια ανέβαιναν οι Ιταλοί. Η καραμπιναρία ήταν στα Μαζέικα (Κλειτορία), μια ώρα και κάτι μακριά, όταν όμως ανέβαιναν επιδίδονταν στο αγαπημένο τους πλιάτσικο, ιδίως στις κότες και τ`αυγά. Στην επιστράτευση ο πατέρας μου δεν πήγε στον πόλεμο γιατί ήταν μεγάλος στην ηλικία, πήγε όμως ο Βλάγγος μας, τ` άλογο μας, ένα κόκκινο άλογο μ` ένα άσπρο γαϊτάνι ανάμεσα στ` αυτιά και τα μάτια που κατέβαινε μέχρι το κάτω χείλος του και ήταν το καλύτερο του Χωριού, και δεν είναι υπερβολή αυτό, γιατί οι στρατιωτικοί που το πήραν το αποτίμησαν τότε δεκατρείς χιλιάδες δραχμές, τόσα έγραφε η απόδειξη που δώσανε στον Πατέρα μου να εισπράξει όταν απελευθερωθούμε. Και πράγματι το 1945 μ` αυτή την απόδειξη και με συμπλήρωμα χρημάτων πήραμε τον Κοκκίνη, ένα αμερικάνικο μουλάρι που μας μεγάλωσε. Από τότε που μας πήραν τ` άλογο και μέχρι που πήραμε το μουλάρι, ο πατέρας μου δεν κατάφερε ν` αποκτήσει ούτε γαϊδούρι γι` αυτό και πεινάσαμε αυτά τα χρόνια.

Μετά τον βομβαρδισμό της Πάτρας και το άγγελμα του θανάτου της θειας μου και του θείου της, ο πατέρας μου και ο παππούς μου πήγαν στην Πάτρα για να παραλάβουν το σπίτι και τα υπάρχοντά τους ως κληρονόμοι, ο μεν παππούς εκπροσωπώντας τον εαυτό του και τις δύο άλλες ανύπαντρες κόρες του (Διαμάντω και Μαγδάλω) ο δε πατέρας μου τον εαυτό του. Δεν τα πήγαιναν και πολύ καλά αυτοί οι δύο, θυμάμαι, πως ο πατέρας καταφερότανε κατά του παππού που πήγε πιο μπροστά από αυτόν και έκρυψε, λέει, πολλά από τα κινητά πράγματα του σπιτιού. Πάντως εμείς φάγαμε στα πιάτα και μαγειρέψαμε στις κατσαρόλες των σκοτωμένων, από εδώ φαίνεται και η ανέχεια της οικογένειας μας. Το μερίδιο του σπιτιού αυτού της Πάτρας που ανήκε στον πατέρα μου, το πούλησε το 1945 στην αδερφή του τη Μαγδάλω που πρόσφατα παντρεύτηκε στο Χωριό τον Δημήτρη Μπερτσουκλή (Ρακαντάνη) και εγκαταστάθηκε στην Πάτρα, αντί του ποσού των πέντε χιλιάδων Δραχμών, με τα οποία πλήρωσε την απαραίτητη προκαταβολή για το μουλάρι και με τα υπόλοιπα αγόρασε δύο γίδες.

Η αντίσταση κατά του κατακτητή, που σημειωτέον, η πρώτη ομάδα ανταρτών υπό τον Σμήναρχο της Αεροπορίας Μίχα, ξεκίνησε από τα Καλάβρυτα, έφθασε και στο Χωριό μας. Το Σχολείο χρησιμοποιείτο σαν γραφεία της αντίστασης. Στην οργάνωση αυτή μυήθηκαν πολλά
παλικάρια του Χωριού, αναφέρω όσους θυμάμαι. Αλέξης Θεοδώνης, Ιωάννης Κιούσης Ανδρέας Ζουρνάς, Ανδρέας Κατσής, Νίκος Κατσής, Γιώργης Κιούσης και ο αδερφός του Κώστας, Χάρης Δελής και άλλοι τους οποίους τώρα δεν θυμάμαι. Κατά την κατοχή στο Χωριό μας είχε μείνει για κάμποσο χρονικό διάστημα, για ανάρρωση, ένας αντάρτης τραυματίας στο πόδι, έμενε στο σπίτι της Παπαχαλδίνας, αυτό που σήμερα το έχει ο Μίμης Κουλούκης. Εκεί μαζευόμαστε εμείς για να φάμε καμιά φασολάδα, αλλά κύρια για να θαυμάσουμε τον ήρωα που πολέμησε ενάντια στους Ιταλούς και τραυματίστηκε στο πόδι. Στα μάτια τα δικά μου φάνταζε μεγάλος, δυνατός και σκληρός πολεμιστής.

Όλα σχεδόν τα καλοκαίρια της κατοχής και του εμφύλιου πολέμου τα βγάζαμε στο χωράφι μας στον Άγιο Νικόλαο, και δεν είμαστε οι μόνοι το ίδιο έκαναν όλοι όσοι είχαν χωράφι σ` αυτήν την περιοχή. Το χωράφι αυτό είναι δεν είναι ένα στρέμμα, προίκα της Μάνας μου, ανάμεσα σε άλλα δύο κομμάτια ίσης έκτασης, το κάτω από το δικό μας είναι της αδερφής της, της Βασίλως και το πάνω της άλλης της αδερφής της Μαρίας. Μέναμε εκεί γιατί ήταν ποτιστικό και βάζαμε περιβόλι. Ο πατέρας μου είχε ανοίξει πηγάδι στην άκρη του με το νερό του οποίου πότιζε τα ζαρζαβατικά του τη δεκαμερία που το νερό της πηγής του Αι-Νικόλα το είχαν οι Φιλαίοι στο απέναντι μέρος του ρέματος. Προς το μέρος του δρόμου και στο πάνω άκρο έφτιαχνε φρατζιάτα, δηλαδή μια σκιά μια κλαδιά από δέντρο ( δρυ) κι ένα κρεβάτι πάλι με κλαδιά, πάνω στο οποίο έστρωνε ένα ματαράτσι που ξαπλώναμε όλη η οικογένεια. Γύρω από το πηγάδι υπήρχαν τρεις συκιές και μια κυδωνιά. Τα σύκα δεν πρόφθαναν να κοκκινίσουν στη μύτη που γινόντουσαν ανάρπαστα, ξέραμε ποιο, που και πότε θα γίνει το καθένα. Για να ποτίσουμε το χωράφι, το νερό το φέρναμε με αυλάκι από το κάτω κεφαλόβρυσο του Αι Νικόλα. Στη διαδρομή χανότανε το περισσότερο, πότε στις τρύπες των καβουριών και πότε από το κρυφοκόψιμο που έκαναν οι προηγούμενοι του δικού μας χωραφιού, (συνηθισμένος καυγάς με τα παιδιά του Άγγελου Ζαφειρόπουλου από το Χωριό μας με τα παιδιά του Νίκου του Ξυγγά από του Φίλια). Αυτών τα Χωράφια ήταν πιο κοντά στην πηγή του νερού κι έμεναν μόνιμα σαν κι εμάς εκεί, ιδίως τα βράδια κούναγαν την κόφτρα στο πάνω μέρος του Χωραφιού τους που περνούσε το αυλάκι και που ήταν από πέτρες και λίγο χώμα, έτσι έφευγε λίγο νερό, ικανό όμως να ποτίσουν αυτοί τα δικά τους περιβόλια και αρκετό για εμάς να μας ταλαιπωρήσει σε χρόνο. Όταν έπεφτε η σειρά μας ναποτίσουμε νύχτα ήταν ωραία, γιατί και δροσιά ήταν και πολύ νερό ερχότανε, αν όμως τύχαινε μεσημέρι τότε ήταν το δράμα, γιατί μεριά το καλοκαίρι και η ζέστη μεριά τα κοψίματα όπως είπα, είμαστε αναγκασμένοι να πηγαινοερχόμαστε κατά μήκος του αυλακιού
που ερχόταν το νερό σαν φτωχοσυμπέθεροι. Τα βάτα, οι τσουκνίδες, τα φίδια, τα βατράχια και αυτά τα καβούρια, ήταν οι σύντροφοι μας. Τα βάτα μας έδιναν τα βατόμουρά τους αλλά μας ξέσχιζαν και τα γυμνά πόδια μας. Εμείς οι μικροί τότε φορούσαμε κοντό παντελόνι, για να φορέσεις μακρύ παντελόνι έπρεπε να πηγαίνεις στο γυμνάσιο.

Αυτό το χωράφι ήταν η μισή παιδική μου ηλικία. Έχοντάς το σαν ορμητήριο οι γονείς μου πήγαιναν στις άλλες δουλειές τους και ξαναγύριζαν σ` αυτό. Στο Χωριό ανέβαινε η Μάνα μου μόνο για να ζυμώσει ψωμί ή για να πλύνει κάνα ρούχο. Μετά το θερισμό του αραποσιτιού και βάλε μαζευόμαστε στο Χωριό, έπρεπε δηλαδή να σφίξει το κρύο, αυτό ήταν που μας μάζευε, γιατί σχολείο δεν υπήρχε λόγω κατοχής. Στην κατοχή γέμισαν τα Χωριά από συγγενείς και φίλους των αστικών κέντρων, γατί εκεί τα πάντα χορηγούνταν με δελτίο με αποτέλεσμα να θερίζει η πείνα. Κάθε πρωί, όπως μαθαίναμε, περνούσε το κάρο του Δήμου και μάζευε τους πεθαμένους, πολλοί από τους οποίους θεωρούντο άγνωστοι επειδή δεν τους δήλωναν οι δικοί τους για να μην χάσουν το δελτίο. Στα Χωριά υπήρχαν τουλάχιστον τα βασικά τρόφιμα, ψωμί, γάλα, τυρί, λάδι κ.λ.π. Όσοι λοιπόν είχαν συγγενείς ή φίλους στα χωριά παράτησαν τα αστικά κέντρα και κατέβηκαν σ` αυτά. Το Χωριό μας γέμισε από τέτοιες οικογένειες. Μια από αυτές ήταν και του Παναγιώτη Ζαφειρόπουλου (Ρεκούτη). Η οικογένεια αυτή ήταν στην Αμερική κι όταν επαναπατρίστηκε έμεινε στη Αθήνα και μάλιστα στην οδό Λεωχάρους σε δικό της σπίτι. Επειδή και στο Χωριό είχε σπίτι, χωράφι και αμπέλι παράτησε την Αθήνα και κατέβει στο σπίτι της στο Χωριό, αγόρασε δυο γίδες και καλλιεργούσε το χωράφι που ήταν ποτιστικό και τ` αμπέλι. Γράφω για αυτή την οικογένεια γιατί από τις γίδες της η αδερφή μου που ήταν μόλις δύο χρόνων ( Γεννήθηκε το 1939) είχε εξασφαλίσει σε καθημερινή βάση το γάλα. Ήταν χρυσή καρδιά η κυρία Θοδώρα, που πρώτα έβγαζε ένα ποτήρι γάλα για την μικρή μου αδερφή την Αρετή και ύστερα έδινε στα παιδιά της, το Γιώργη και την Κική. Τις γίδες τις βοσκούσαμε μαζί με την Κική που ήταν περίπου τρία με τέσσαρα χρόνια μεγαλύτερή μου. Μια φορά εκεί που τις βοσκούσαμε κατά μήκος του ρέματος στον Αι Νικόλα και όπως κατεβάζαμε τις κλάρες από τις λυγαριές για να φάνε, σε μια από τις κλάρες βλέπουμε μια σαΐτα (φίδι) να είναι έτοιμη να μας επιτεθεί, βάζουμε κάτι φωνές και όπου φύγει, φύγει, μας ακολούθησαν ευτυχώς και οι γίδες κι έτσι γλιτώσαμε. Μετά την απελευθέρωση γύρισαν στην Αθήνα και πολύ αργότερα η Κική παντρεύτηκε στη Θεσσαλονίκη και ο Γιώργης αφού σπούδασε Χημικός στην Ιταλία άνοιξε εργοστάσιο στο εικοστό χιλ. της Εθνικής οδού Αθηνών- Λαμίας και κάνει καλά λεφτά.

Από τον Οκτώβριο του 1940 και μέχρι τον Απρίλιο του 1941 που η Ελλάδα συνθηκολόγησε άνευ όρων με τους Γερμανούς η καμπάνα του Χωριού χτύπησε πολλές φορές χαρμόσυνα. Η καμπάνα ήταν το μόνο μέσο για να αναγγελθεί μια νίκη των Ελληνικών στρατευμάτων κατά των Ιταλών στο μέτωπο, πότε έπεσε το Αργυρόκαστρο, Η Πρεμετή, η Χειμάρα. Στο καμπαναριό κυμάτιζε η Ελληνική Σημαία. Το Χωριό χαιρόταν για τις νίκες των Ελλήνων, παράλληλα όμως καρδιοχτυπούσε και για τη ζωή των παιδιών του που πολεμούσαν στη πρώτη γραμμή του μετώπου. Μόλις η Ελλάδα κατελήφθη από τους Γερμανούς άρχισαν να επιστρέφουν οι στρατευμένοι μας με τα πόδια. Θλίψη και κατήφεια αντικατέστησε τη χαρά και την υπερηφάνεια που είχαμε στις νίκες των Ελλήνων. Τώρα ξέρανε ότι θα επακολουθήσει ο εξευτελισμός της ανθρώπινης ύπαρξης από τα στρατεύματα της κατοχής. Στην Πελοπόννησο δεν κατέβηκαν αμέσως οι Γερμανοί. Τη διοίκηση ανέλαβαν οι Ιταλοί. Έτσι εγκαταστάθηκε η καραμπινιαρία στα Μαζέικα παράλληλα με τη Χωροφυλακή. Οι Ιταλοί σπάνια ανέβαιναν στο Χωριό και όσες φορές ανέβαιναν το έριχναν στο πλιάτσικο, ιδίως στις κότες και τα αυγά, γι` αυτό τους αποκαλούσαν και αυγουλάδες. Ο πρώτος στόχος τους ήταν να φτιάξουν την αμαξιτή οδό Μαζέικα-Τρίπολη για τη δική τους επικοινωνία και εξυπηρέτηση. Η οδός αυτή είχε μεν αρχίσει να γίνεται προπολεμικά αλλά δεν είχε ολοκληρωθεί σε πολλά σημεία. Έτσι υποχρεώνουν τους προέδρους των γύρω Χωριών να στέλνουν κάθε μέρα ορισμένο αριθμό εργατών να δουλεύουν στην κατασκευή. Στην κατασκευή του δρόμου και στο σημείο της Κατσάνας δούλεψαν πολλοί από το Χωριό, εκείνος όμως που δούλεψε και αργότερα μας διηγιόταν διάφορα περιστατικά ήταν ο Γιώργης Αθ. Κιούσης (Κοκοράκης). Έλεγε λοιπόν ένα περιστατικό που του συνέβη με τους Ιταλούς που επέβλεπαν το έργο, μάθανε ότι στο ποτάμι υπάρχουν ψάρια πέστροφα. Παίρνουν το Γιώργη και τον αναγκάζουν να μπαίνει στο ποτάμι να μαζεύει τα ψάρια που σκότωναν ρίχνοντας χειροβομβίδες, την πρώτη ημέρα ο Γιώργης έβγαλε όλες τις πέστροφες και τις έδωσε στους Ιταλούς, την επομένη όμως σκέφτηκε γιατί να μην πάρει και αυτός καμία, έτσι αντί να τις δώσει όλες έριξε και μερικές στο πανταλόνι του, οι Ιταλοί βλέποντά στον τον ρώτησαν τι έχει στο παντελόνι και αυτός νομίζοντας ότι δεν ξέρουν Ελληνικά τους είπε πως έχει αρκίντια και
αυτοί ανταπάντησαν σε Ελληνικά, πως πρώτη φορά βλέπουν αρκίντια με φτερά, μιας πέστροφας η ουρά είχε βγει από το παντελόνι τουκαι τον πρόδωσε.

Η αντίσταση όπως, έχω γράψει και προηγουμένως, έχει ήδη οργανωθεί και αυτή των Μαζέικων (Κλειτορίας) είναι από τις πλέον δραστήριες. Την οργάνωσή της ανέλαβε ο Αλέκος Βουρτσάνης που κατέβηκε από την Αθήνα με εντολή του Κ.Κ.Ε. και φυσικά οι πρώτοι πυρήνες ήταν κομουνιστές. Στο χωριό δεν υπήρχε κανένας κομουνιστής, παρά ταύτα όμως οργανώθηκαν στην Ε.Π.Ο.Ν. τα παλικαρόπουλα που ανάφερα καθαρά από πατριωτικά αισθήματα και μόνον. Ήδη στην επαρχία Καλαβρύτων εμφανίστηκαν και οι πρώτοι αντάρτες. Μια μικρή ομάδα από αυτούς χτύπησε την υποδιοίκηση Χωροφυλακής των Μαζέικων στις 31-5-1943. Πόσοι και ποίοι συμμετείχαν σ` αυτό το χτύπημα δεν ενδιαφέρει το παρόν, εκείνο που με έκανε ν` αναφέρω αυτή τη δράση της ομάδος είναι το γεγονός ότι ο οργανωτής και υπεύθυνος αυτής ήταν ο Γερο- Μίχος ο οποίος κατά την εκτέλεση του εγχειρήματος ευρίσκετο στο χωριό Τσορωτά (Λευκάσιο). Το Στρατηγείο της Μέσης Ανατολής σχεδιάζοντας την απόβαση στη Σικελία θέλησε να παραπλανήσει τον Άξονα διαδίδοντας ότι σχεδιάζεται απόβαση στην Πελοπόννησο και μάλιστα στην πεδιάδα του Πύργου, γι` αυτό ενισχύει το αντάρτικο με όπλα, πυρομαχικά και ασύρματο. Οι Ιταλοί θορυβημένοι ενισχύονται σε δύναμη και αρχίζουν εκκαθαριστικές επιχειρήσεις, αλλά τους αντάρτες δεν κατορθώνουν να τους διαλύσουν γιατί έχουν την υποστήριξη του πληθυσμού.

Το καλοκαίρι έχει μπει για τα καλά, Κυριακή είκοσι Ιουνίου 1943, μια δεκαπενταριά αντάρτες στη βρύση του χωριού καθισμένοι στον ίσκιο του πλάτανου ακονίζουν τις ξιφολόγχες και τα μαχαίρια τους, κάτι λένε μεταξύ τους, γενικά έχουν μια κινητικότητα και μια νευρικότητα που και σε μένα ακόμη ήταν αφύσικη, κάποιος έρχεται, κάτι τους λέει και αμέσως σηκώνονται, ανεβαίνουν προς το δάσος, πάνω από το Νεκροταφείο του Κοκοράκι το σπίτι, και χάνονται. Σε όχι πολύ ώρα τη θέση τους στη βρύση κατέλαβαν Ιταλοί που έφθασαν από τα Μαζέικα. Εμείς μερικά παιδιά μόλις έφυγαν οι αντάρτες σκορπιστήκαμε στο χωριό. Εγώ βρέθηκα στου Ρακαντάνη τ` αλώνι, δίπλα στ` αλώνι ήταν μία στρούγκα που αρμέγανε τα πρόβατα και τυροκομούσαν. Πολλές φορές πήγαινα εκεί γιατί κάπου μου δίνανε
λίγη στάλπη να φάω και να πιω τυρόγαλο πριν να βγάλουν τη μυζήθρα. Ο αδερφός μου ο Τάκης βρέθηκε στου Μέξι τη στρούγκα της θειας μου Βγενιάς πρώτης ξαδέρφης του πατέρα μου, πάλιν και αυτός για τον ίδιο σκοπό. Από εκεί λοιπόν ακούγαμε το κροτάλισμα των πολυβόλων σε βολές κατά ριπάς. Δίπλα από το χωριό μας του Φίλια είχε ανάψει η μάχη για τα καλά μεταξύ των ανταρτών και Ιταλών. Όπως έλεγαν μετά τη μάχη οι πιο μεγάλοι, κάποιοι προδότες ειδοποίησαν τους Ιταλούς ότι οι αντάρτες βρίσκονται ή στου Τσορωτά ή στου Φίλια. Εκατό περίπου Ιταλοί ξεκίνησαν για να τους βρουν, κι επειδή δεν τους βρήκαν στου Τσορωτά τράβηξαν για του Φίλια. Οι πρώτοι Ιταλοί μπαίνανε στου Φίλια και οι τελευταίοι θα ήσαν στον Άγιο Μάμα που οι αντάρτες τους βάλανε στη μέση, άλλοι από τον προφήτη Ηλία των Φιλαίων και άλλοι από την Αγία Τριάδα τη δική μας και τους τσάκισαν. Η μάχη κράτησε μέχρι το απόγευμα. Σ` αυτή τη μάχη έλαβε μέρος και ο Αργύρης Αντωνόπουλος (Τσαϊπάς) από το χωρίο μας, ο Διάκος όπως ήταν γνωστός τότε. Και πράγματι ήταν αν όχι Διάκος Ιερομόναχος οπωσδήποτε στο μοναστήρι της Αγίας Λαύρας όταν πέταξε τα Ράσα για να βγει στο Βουνό κατά του κατακτητή. Οι απώλειες των ανταρτών λένε πως ήταν μόνο δύο και μάλιστα ετάφησαν ο ένας στου Δημάκη το λάζο και ο άλλος πάνω από τα μελίσσια τα Φιλαίκα, οι δε Ιταλοί επί δύο ημέρες κατέβαζαν σκοτωμένους και τραυματίες από το καταράχι της Ανάληψης στα Μαζέικα. Την επομένη οι Ιταλοί πήρανε από το χωριό μας, τον Πρόεδρο (Ρακαντάνη), τον Παπά (Δημ.Αναγνωστόπουλο), το δάσκαλο (Σπύρο Κιούση) και μερικούς από του Φίλια. Τους πήγαν στο νεκροταφείο το Φιλαίικο και εκεί τους ανακρίνανε για να μάθουν ποιος ειδοποίησε τους αντάρτες, οι δικοί μας επέμεναν ότι δεν τους ειδοποίησε ο Πάγκαλος αλλά ο Τάγγαλος από του Φίλια, επιμένοντας στο Τάγγαλος και όχι Πάγκαλος τους άφησαν ελεύθερους, από δε τους Φιλαίους σκότωσαν έξι μεταξύ των οποίων και τον Παπά. Την τρίτη ημέρα θέλησαν να κάψουν το Φίλια βομβαρδίζοντάς το. Πλάκωσαν λοιπόν δύο βομβαρδιστικά αεροπλάνα Ιταλικά, έκαναν γύρους πάνω από τα χωριά, Τσορωτά και Φίλια. Για να αναγνωρίσουν τον στόχο, Οι Ιταλοί είχαν απλώσει στον τρούλο της εκκλησίας κόκκινα απλάδια. Εμείς εκείνη την ημέρα είμαστε στο σπίτι. Ο πατέρας μπαρουτοκαπνισμένος από τον δεύτερο Παγκόσμιο πόλεμο, πολέμησε έξι συνεχή χρόνια, κατάλαβε τι θα συμβεί και μας μάζεψε κάτω στο κατώι του σπιτιού. Τ` αεροπλάνα αφού έκαναν τις βόλτες τους και έσπειραν φόβο και πανικό, κατέβηκαν χαμηλά και άφησαν τις βόμβες τους να πέσουν στου Φίλια, αλλά αντί να πέσουν στου Φίλια, αυτές πέσανε στο δικό μας το δάσος και συγκεκριμένα από το σημείο που είναι σήμερα η δεξαμενή και προς τα μέσα. Τα θραύσματα από το σκάσιμο των βομβών έφθαναν στο σπίτι το δικό μας. Εμείς τ`ακούγαμε έξω στην αυλή μας και στους κήπους, Καμιά λοιπόν δεν έπεσε στου Φίλια οπότε αποφάσισαν να το κάψουν βάζοντάς του φωτιά. Ήταν μια κόλαση να βλέπεις τον καπνό από τα σπίτια ν`
ανεβαίνει στα ουράνια, να βλέπεις κόπους και μόχθους πολλών ετών να γίνονται καπνός μέσα σε λίγες ώρες, αφού και τα δικά μας τα μάτια βούρκωσαν από τη συμφορά και φούντωσαν το μίσος κατά των Ιταλών. Από το χωριό μας κάψανε μόνο το σπίτι του Αργύρη Αντωνόπουλου (Τσαϊπά) για τη συμμετοχή του στη μάχη. Για την εξέλιξη της μάχης πολλά λέγανε ύστερα από αυτή οι μεγάλοι, λέγανε λοιπόν πως κάποιος αντάρτης κοντόσωμος από το Αίγιο, Ίκαρος τ`όνομά του, έφθασε κοντά στα σπίτια που μέσα ήταν Ιταλοί και πετούσε χειροβομβίδες από τα παράθυρα, και άλλα μικρότερης σημασίας για μένα. Τις βόμβες που δεν σκάσανε ο Γιάννης ο Χάλας από τα Κρυνόφυτα, γαμπρός στο χωριό μας, τις μάζευε και αφού τις απασφάλιζε βγάζοντας τον επικρουστήρα, αφαιρούσε το πετρέλαιο που είχαν μέσα. Πάντως ένας επικρουστήρας, σχήματος τσιγάρου, βρέθηκε στα χέρια του συνομήλικού μου Γιώργη Κατσή, ο οποίος τον περιεργαζόταν κάτω στον ίσκιο του πλάτανου στη βρύση και μπροστά στα μάτια των γυναικών που εκείνη τη στιγμή παίρνανε νερό. Πως και με ποιόν τρόπο εξερράγη ο επικρουστήρας και θρυμματίζει το δεξί του χέρι στον καρπό. Τα κλάματα και οι φωνές από εμάς και περισσότερο από τις γυναίκες, μάζεψαν σχεδόν ολόκληρο το χωριό
στη βρύση. Παίρνουν το παιδί και το κατεβάζουν στα Μαζέικα που ήταν Ιταλό-Γερμανοί οι οποίοι αφού το ακρωτηρίασαν στον καρπό, τον κράτησαν περίπου ένα μήνα και επανήλθε. Ο Γιώργης όταν άνοιξαν τα σχολεία μετά την απελευθέρωση είχε μάθει να γράφει με το αριστερό χέρι και μάλιστα ήταν ο καλύτερος καλλιγράφος. Ο Πάνκαλος (Θεόδωρος Λαΐνης) που πολύς λόγος έγινε στο νεκροταφείο των Φιλίων ότι ειδοποίησε τους αντάρτες για τον ερχομό των Ιταλών, αμέσως μετά τη μάχη εξαφανίστηκε από το χωριό και επανήλθε στις εκλογές το 1961 ως εκπρόσωπος της Ε.Δ.Α.

Θα ήταν παράλειψή μου αν εδώ δεν σημείωνα ένα περιστατικό που αφορά εμένα και την οικογένειά μου που έγινε κατά την ημέρα της μάχης ή την επομένη. Ήταν βράδυ και όλη οι οικογένεια βρεθήκαμε στο αλώνι του Δελή. Για να βρεθούμε εκεί πρέπει να είχαμε θερίσει και τα δεμάτια μας να τα είχαμε στ` αλώνι. Ο Δελής όπως ήταν φυσικό είχε αλωνίσει και κατά συνέπεια είχε και αλεύρι. Είχε μια καλοκαιριάτικη φεγγαράδα που έρχεται η γριά Δελήνα με ένα αχνιστό, αχνιστό καρβέλι ψωμί που είχε βγάλει από το φούρνο εκείνη τη στιγμή, να το βλέπεις και να σου πέφτουν τα σάλια. Φωνάζει το Χάρη, το παιδί της, και του δίνει ένα κομμάτι, εμείς, δηλαδή εγώ και ο αδερφός μου, δίπλα βλέπαμε και λαχταρούσε η καρδιά μας για λιγάκι, αλλά που να μας δώσει η συχωρεμένη. Τότε η μάνα μου που σημειωτέον την είχε και συγγενή, δεν της είπε τίποτα, αλλά φεύγει, πάει στη γριά Παμού και την παρακαλεί να της δώσει λίγο αλεύρι δανεικό μέχρι να βγάλουμε το δικό μας, για να μας ζυμώσει λίγο ψωμί, έτσι κι έγινε. Πότε το ζύμωσε, πότε έγινε και πότε το φούρνισε δεν ξέρω. εκείνο που ξέρω είναι ότι αργά το ίδιο βράδυ φάγαμε κι εμείς όχι βέβαια καρβέλι αλλά κουλούρα. Τότε και για κάμποσο χρονικό διάστημα, επηρεασμένος και από τα λεγόμενα της μάνας μου, κάκιζα τη Δελήνα για την πράξη της, αργότερα βλέποντας τα πράγματα με τη σωστή οπτική ους γωνία τη δικαιολόγησα. Εκείνη έκανε τη δουλειά της, κοίταζε το σπίτι της και το παιδί της σε μια εποχή πείνας και ανέχειας. Ο πατέρας μου δεν θα μπορούσε να είχε στουμπίσει πέντε χερόβολα σιτάρι να πάρει τον καρπό τους να τον αλέσει και να έχει ψωμί για τα παιδιά του; Ή δεν είχε τη δύναμη να σκεφθεί κάτι τέτοιο; Τέλος πάντων δεν κρίνω ούτε τους γονείς μου ούτε τη Δελήνα, απλώς καταγράφω αυτή την εικόνα που πλανιέται στο μυαλό μου.

Αρχή της θύμησης

Ο άνθρωπος γεννιέται τη στιγμή που ένα σπερματοζωάριο, από τα εκατομμύρια τέτοια, κατορθώνει και εισέρχεται στο ωάριο τυχαία ή ηθελημένα, πάντως η σύλληψη γίνεται και ένας νέος οργανισμός γεννιέται, αναπτύσσεται, και ύστερα από καθορισμένο χρόνο έρχεται στον κόσμο. Ένας τέτοιος οργανισμός είμαι κι εγώ, και μάλιστα πρέπει να γεννήθηκα τυχαία, γιατί μόλις ο αδερφός μου είχε δεν είχε κλείσει τους τρεις μήνες από τη γέννησή του που η Μάνα μου συνέλαβε εμένα. Είναι λοιπόν απολύτως βέβαιον ότι δεν το επεδίωξαν οι γονείς μου, αυτό δεν σημαίνει όμως ότι και δεν με καλοδέχτηκαν. Ο Πατέρας μου καμάρωνε που μέσα σε δυο χρόνια είχε δυο γιους, (ο αδερφός μου γεννήθηκε 11-2- 1934 κι εγώ 22-2-1935). Η Μάνα μου αναγκάζεται και κόβει το μητρικό γάλα από τον αδερφό μου, μεγαλώνοντάς τον με γάλα Βλάχας, όπως μας έλεγε, ενώ εγώ τη βύζαινα τρία ολόκληρα χρόνια.

Οι προοπτικές να μεγαλώσουμε ήσαν καλούτσικες μέχρι καλές μπορώ να πω, γιατί και οι δύο γονείς μου ήταν εργατικοί και φιλόπονοι, με όρεξη για δουλειά και όνειρα να κάνουν μια σωστή οικογένεια. Δυστυχώς όμως άλλα περίμεναν αυτοί και μαζί μ` αυτούς όλοι οι άλλοι γονείς των παιδιών της ηλικίας μου και άλλα η ζωή τους έφερε. Τους έφερε τον δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο. Το Ναζιστοφασιστικό πόλεμο του άξονα Ιταλίας -Γερμανίας εναντίον ολοκλήρου σχεδόν της Ανθρωπότητας και Φυσικά εναντίον και της Ελλάδας μας. Το 1940 που κηρύχτηκε ο Πόλεμος, (Ιταλία εναντίον Ελλάδας 28-10-1940) ήμουν μόλις πέντε ετών, πολύ μικρός για να έχω εμπειρίες πολεμικών συμβάντων ή γεγονότων. Υπάρχουν όμως μερικά στιγμιότυπα χαραγμένα τόσο έντονα στη μνήμη μου που είναι αδύνατον να τα διαγράψει ο πανδαμάτωρ χρόνος με το νερό της λησμονιάς. Τα στιγμιότυπα αυτά δεν είναι στην πρόθεσή μου να τα αναλύσω, ή να τα σχολιάσω ή και ακόμη να τα κριτικάρω, αλλά να τα καταγράψω, στη διαδρομή της συγγραφής αυτού του βιβλίου, όπως ακριβώς τα είδε και τα έζησε ένα μικρό παιδί, πέντε ως δεκατριών ετών, για να μείνουν σαν μαρτυρία στους επερχόμενους και να μην τα πάρω μαζί μου φεύγοντας από τούτον τον μάταιο κόσμο, όπως έκαναν τόσοι και τόσοι συμπατριώτες μου που είχαν τη δυνατότητα να καταγράψουν ελάχιστα από αυτά που συνέβησαν ή συνέβαιναν τις ταραγμένες εκείνες εποχές που ζούσαν.
Με τις όποιες ατέλειες, ενδεχομένως και υποκειμενικές εκτιμήσεις, εικόνες, και θύμησες της παιδικής μου ηλικίας περιόδου 1940-1949, ακολουθούν Γυμνασιακά χρόνια 1949-1954, χρόνια Στρατού 1955-1958, και η υπόλοιπη ζωή Ακαδημαϊκού πολίτη.