Saturday, October 29, 2022

O Μπαλατσιός και ο Έρωτάς του

Σε χρόνια γάμου ήτανε ο Μπαλατσιός, νέος, τσακπίνης και ωραίος. Γλένταγε την ανέμελη ζωή και για γάμο καμιά κουβέντα. Τα προξενιά που του ερχόντουσαν τα απόδιωχνε με τρόπο, είχε βλέπετε και το χάρισμα του λόγου.

Όμως μια μέρα που συνάντησε στο δρόμο του τη χήρα Καρναβίνα, ένιωσε ένα μούδιασμα στο μέρος της καρδιάς. Α! Μπα! Δεν είναι τίποτα, είπε στον εαυτό του και προσπέρασε, με κάποια αδιαφορία. Σαν την ξανασυνάντησε, το μούδιασμα ήτανε πιο δυνατό, έμοιαζε με τσίμπημα καρφίτσας. Θυμήθηκε και το πρώτο μούδιασμα, όπου στο μυαλό του άρχισαν να γεννιούνται διάφορες σκέψεις και συλλογισμοί. Δεν ήθελε με κανέναν τρόπο να πιστέψει πως η καρδιά του λαβώθηκε από τα βέλη του φτερωτού έρωτα. Κάθε πρωί που πλενόταν, μιλούσε με τον εαυτό του στον καθρέφτη και του έλεγε "Μπορεί να είναι ωραία η Διαμαντούλα, μα είναι χήρα και έχει και δυο παιδιά. Όχι, όχι, δε γίνεται να θέλει τη συντροφιά μου."  Έλα μου όμως, που κάθε βραδάκι, η καρδιά του τον έσπρωχνε  να περάσει από το σπίτι της, να της πει το τραγουδάκι που έλεγαν οι παλαιοί όταν μιλούσαν για τις χήρες.


«Της Χήρας το προσκέφαλο, μυρίζει από κυδώνι,

   κι όποιος  το πρώτο μυριστεί, τα νιάτα του σκλαβώνει»


Κάθε βραδάκι, πλέον, αυτή ήταν η καντάδα του, στης χήρας το δρομάκι. Από τις πολλές φορές που της τραγούδαγε, δεν άντεξε η Διαμαντούλα και δέχτηκε τον Μπαλατσιό να γείρει στο κρεβάτι της. Πολλές φορές κοιμήθηκαν οι δυο τους στο ίδιο μαξιλάρι, μα κάποια από αυτές έγινε η ζημιά. Η Καρναβίνα θα φερνε στη ζωή το τρίτο της παιδί κι αυτό θα ήτανε του Μπαλατσιού. Την εποχή εκείνη τα έθιμα ήταν πολύ αυστηρά, έπρεπε να του το πει, πράμα το οποίο κι έκανε. Του είπε, πως είναι έγκυος και περιμένει το παιδί του.

 Στο άκουσμα της είδησης ο Μπαλατσιός έμεινε στήλη άλατος, του ήρθε κεραμίδα στο κεφάλι, που λέει ο λαός μας, και αποσβολωμένος, σαν χαζός την κοίταζε, χωρίς να αρθρώσει λέξη. Του επανέλαβε την αναγγελία, μα αυτός ήτανε στον κόσμο του.

-Αλέξη άκουσες τι σου είπα;

-Άκουσα, εγώ τι κάνω τώρα;

-Κάνεις ότι κάνουν οι άντρες σε τέτοιες περιπτώσεις, με παντρεύεσαι.

-Κάτσε ρε Διαμαντούλα να το συνειδητοποιήσω μια δυο μέρες και το συζητάμε. 

-Όπως νομίζεις.

Την επόμενη μέρα, ο Μπαλατσιός, έγινε άφαντος από το χωριό. Η Καρναβίνα αποφασίζει και ενημερώνει τον κουνιάδο της Θανάση Σπαθιά. Αυτός το παίρνει προσωπικά το θέμα και σε δύο μέρες μαθαίνει για που αριβάρισε ο δράστης, είχε πάει στην Πάτρα. Δε χάνει καιρό, παίρνει τη νύφη του και πάει να τον βρει. Στην Πάτρα υπηρετούσε στην Αστυνομία ο συμπατριώτης  Αριστείδης  Τσερνοτόπουλος, τον βρίσκει, του εξηγεί  το λόγο που κατέβηκε στην Πάτρα και του ζήτησε, να του πει, αν γνωρίζει που συχνάζουν οι Τσορωταίοι. Ο Αριστείδης φοβούμενος μήπως ο Σπαθιάς κάνει φασαρία στο αντίκρισμα του Μπαλατσιού του λέει, εσείς θα καθίσετε εδώ κι εγώ θα πάω να τον φέρω στο τμήμα, συμφώνησε ο αστυνόμος και έφυγε ο Αριστείδης. Η Πάτρα την εποχή εκείνη ήταν μικρή, δεν άργησε να τον εντοπίσει και σε λίγη ώρα ο Αριστείδης με τον Μπαλατσιό μπαίνουν στο γραφείο του αστυνόμου. Στο αντίκρισμα της Διαμαντούλας και του κουνιάδου της, ο Μπαλατσιός τα χάνει αλλά τον επαναφέρει στην πραγματικότητα  ο αστυνόμος, ρωτώντας τον, με κάποιο ύφος αυστηρό.

 -Την γνωρίζεις αυτή τη γυναίκα;

Ο Μπαλατσιός αφού συνήλθε από την έκπληξη, απαντάει.

 -Τη γυναίκα μου δεν γνωρίζω κύριε Αστυνόμε; Αυτή είναι η Διαμαντούλα η γυναίκα μου.

Αφού είναι η γυναίκα σου και γνωρίζεις τι έχεις κάνει, με συνοπτικές διαδικασίες θα την παντρευτείς και πρόσεξε κακομοίρη μου μη το ξανασκάσεις γιατί η αστυνομία θα σε βρει και θα φορέσεις χειροπέδες αντί δαχτυλίδι. Έτσι παντρεύτηκε ο Μπαλατσιός τη Διαμαντούλα που ήταν ο έρωτάς του, έκαναν  δύο αγόρια κι έζησαν μαζί μέχρι τα βαθιά γεράματα.

Την ιστορία αυτή, κάπως έτσι, μου την είχε διηγηθεί η Μάνα μου που έτυχε να είναι  ξαδερφονύφη της, από τον άντρα της τον Χρήστο Κάρναβο. Μου την υπενθύμισε, πρόσφατα, και ο ξάδερφός μου, Μίμης (του την είχε πει η Μάνα του σε ανύποπτο χρόνο), έτσι αποφάσισα να την συμπεριλάβω στα Λαογραφικά του Λευκασίου.

Τα Τουρκοβούνια και η Ιστορία τους

Σε τούτο το βράχο, που αετοί και γεράκια έφτιαχναν τις φωλιές τους, εδώ κάποιοι χριστιανοί, άγνωστο ποιοι, πως και πότε, (μπορεί να ήταν καλογριές ή καλόγεροι, αλλά  μπορεί και Τσορωταίοι), εκκλησούλα χτίσανε στο κοίλωμα του βράχου και την αφιερώσανε στης Παναγιάς τη χάρη. 

 

Έτσι και η ρεματιά πείρε το όνομά της κι έμεινε πλέον γνωστή, ως της Παναγιάς το ρέμα. Τούτο το ρέμα, που δεν είναι ρέμα αλλά φαράγκι, το περνούσαν υποχρεωτικά οι κάτοικοι των δύο χωριών Τσορωτά και Φίλια γιατί ήταν ο μόνος σύντομος δρόμος πρόσβασης στην Κλειτορία που ήταν συγκοινωνιακός κόμβος αλλά και έδρα Δήμου με όλες τις υπηρεσίες. Ο δρόμος, όμως, μέχρι το 1950, (κατά το 1950 άρχισε η κατασκευή του ήδη υπάρχοντος ασφαλτόστρωτου Επαρχιακού δρόμου)  ήταν στενός, κρημνώδης (ιδίως από τη στροφή της Αγίας Παρασκευής και μέχρι του Μαρίνη την τρύπα), δύσβατος και επικίνδυνος. 


Αν οι κτήτορες ήταν καλόγριες ή καλόγεροι, πρέπει να βρέθηκε εικόνα της Παναγίας, φυλαγμένη στο κοίλωμα του βράχου, έτσι να έχτισαν, στη χάρη της, το εκκλησάκι και παράλληλα να έχτισαν στην απέναντι πλαγιά του ορεινού όγκου του Προφήτη Ηλία Μονή και να μόναζαν σ’ αυτή, μέχρι που ενδεχομένως καταποντίστηκε από μεγάλη κατολίσθηση.  

Το πιθανότερο είναι να έγινε κάτι τέτοιο καθ’ ότι οι αποχρώσες ενδείξεις που υπάρχουν συνηγορούν προς τούτο.  α)Ένεκα της κατολίσθησης που πρέπει να έγινε ύστερα από μεγάλη και παρατεταμένη νεροποντή, όπου μεγάλο κομμάτι γης, αποκολλήθηκε από τον ορεινό όγκο του προφήτη Ηλία .β) Η εμφάνιση των βράχων του Μπουρίνι (δεν είναι τυχαία η ονομασία τους). γ) Η Σάρα που υπάρχει κάτω από τα βράχια και φτάνει μέχρι σχεδόν τον δρόμο. δ) Ο σχηματισμός της περιοχής Κράτουλα (μορφολογία εδάφους). ε) Το μη συμπαγές έδαφος από το εκκλησάκι της Αγίας Παρασκευής και μέχρι το  χωράφι της Ρήγαινας προς τα Μαζέικα, που λόγω της σαθρότητας του εδάφους, συνεχώς ολισθαίνουν μικρές πέτρες και χώματα με την παραμικρή νεροποντή, δημιουργώντας προβλήματα στο δρόμο. στ) Ένας πωρόλιθος  ευρισκόμενος στη ρίζα του δέντρου (μπρίνου) που υπάρχει στην είσοδο  της εκκλησούλας  Αγίας Παρασκευής  που μοιάζει με κιονόκρανο,

και τέλος το ίδιο το εκκλησάκι που το έχτισε άγνωστη χριστιανή από του Φίλια και το αφιέρωσε στην Αγία Παρασκευή που υποδηλώνει ότι η μονή ήταν αφιερωμένη στη χάρη της.

Αν δεν συμβαίνει αυτό το ενδεχόμενο, πρέπει να δεχτούμε ότι το έχτισαν Τσορωταίοι εφόσον τα Τουρκοβούνια είναι στην κτηματική περιουσία του χωριού Τσορωτά, και χτίστηκε με στόχο να επικαλούνται την προστασία της Παναγιάς για την ασφαλή διάβαση του δύσβατου και λίαν επικίνδυνου δρόμου της χαράδρας.


Όπως και να έχει το ιστορικό της εκκλησούλας, η μοίρα το θέλησε να γίνει  απόρθητο φρούριο και φύλακας άγγελος για τους απροσκύνητους Τσορωταίους και Φιλαίους που κλείστηκαν εκεί για να γλιτώσουν την ατίμωση από τις ορδές του Ιμπραήμ που στρατοπέδευσε για δεύτερη φορά το 1826 στην περιοχή. Το Ιστορικό της μάχης που δόθηκε, την αναφέρει ο Λευκάσιος Δικηγόρος-μουσικολόγος και ιστορικός Δρ. Δημήτριος Οδυσσέως Σταθακόπουλος στις σελίδες  66-69 του πονήματός του, με τίτλο, Λευκάσιοι (Τσορωταίοι) Αγωνιστές του 1821,  που αποτέλεσε προδημοσίευση του Βιβλίου του <<Το Λευκάσιον – Τσορωτά  Καλαβρύτων στο χώρο και στο χρόνο>> ΑΘΗΝΑ 2000. Ο εν λόγω συγγραφέας, γράφει: << Τον Ιούλιο του 1826, τα στρατεύματα του Ιμπραήμ επέδραμαν για δεύτερη φορά κατά της περιοχής της Κλειτορολευκασίας. Οι άμαχοι των χωριών, έντρομοι κατέφυγαν για άλλη μια φορά στα βουνά, τις τρύπες και τις σπηλιές προκειμένου να αποφύγουν τη σφαγή, το βιασμό και την αιχμαλωσία που σίγουρα θα κατέληγε σε σκλαβοπάζαρο. Μεγάλο μέρος του στρατεύματος κατασκήνωσε στην περιοχή που ακόμα και σήμερα ονομάζεται <<Τουρκοβούνια>>, πάνω από το ρέμα της Παναγιάς, στο δεξιό μέρος του δρόμου Κλειτορίας (Μαζέικα) - Λευκασίου(Τσορωτά ) έως και την περιοχή που ονομάζεται "Ράχη του Μραίμη"(πρόκειται για μικρό ύψωμα κοντά στην πηγή του Αι Νικόλα).  Από τις περιοχές αυτές, οι οποίες έχουν το προνόμιο της εποπτείας του γύρωθεν χώρου, οι Αιγύπτιοι επέδραμαν κατά των γειτονικών χωριών (Σκοτάνη, Φίλια, Τσορωτά, Μαζέικα), αλλά και κατά της μονής του Αγίου Αθανασίου την οποία πυρπόλησαν.

Σύμφωνα με τα απομνημονεύματα του Θ. Ρηγόπουλου(σελ.82-83), αλλά και την προφορική τοπική παράδοση, μια μικρή ομάδα κατοίκων του χωριού Φίλια, ίσως και του χωριού Τσορωτά ταμπουρώθηκαν σ’ ένα οχυρωμένο κοίλωμα του βράχου στο ρέμα της Παναγιάς και προσπάθησαν να αντισταθούν στους Αιγυπτίους. Μια ένοπλη ομάδα επιδρομέων προσπάθησε να καταλάβει το οχυρό, αλλά αυτό στάθηκε αδύνατον λόγω του δυσπρόσιτου μέρους. Όπως αναφέρει και ο Θ.Ρηγόπουλος, οι εχθροί πεισθέντες ότι ήταν αδύνατη η κατά μέτωπο κατάληψις του οχυρού, ανέβηκαν στο επάνω μέρος του υψώματος που βρισκόταν το οχυρό και από εκεί έριχναν προς την είσοδό του αναμμένα κλαδιά δένδρων, δέματα ξύλων και θειάφι προσπαθώντας να κάψουν τους ταμπουρωμένους, πράγμα όμως που τελικώς δεν κατόρθωσαν. Η όλη πολιορκία κράτησε 3 ημέρες και αφού τελικώς δεν επιτεύχθηκε κατάληψη, οι πολιορκητές αποχώρησαν.  Κατά την διάρκεια της πολιορκίας, όπως αναφέρει ο Θ. Ρηγόπουλος, σκοτώθηκε ο Φιλαίος Νικόλαος Παπαγιαννακόπουλος, ενώ εκτός του οχυρού, πιθανώς σε ενέδρα, σκοτώθηκε άλλος ένας νέος Έλληνας του οποίου το όνομα δεν είναι εξαγριβωμένο, κατά τον συγγραφέα Θεόδ. Αργυρόπουλο όμως ίσως λεγόταν Θανασάκης, Αργυρόπουλος - Δουφεξής ή Κωτσιόπουλος. Εκτός από τα παραπάνω που αναφέρει ο Θ.Ρηγόπουλος, η τοπική προφορική παράδοση δημιούργησε μια ολόκληρη ιστορία αναφορικά με τα γεγονότα που διαδραματίστηκαν στο ρέμα της Παναγιάς κατά την πολιορκία του οχυρού. Ο Πάνος Παπαρηγόπουλος στην Πελοποννησιακή Πρωτοχρονιά  του 1965, σελ.212 υποστήριξε ότι ο 16χρονος Θανασάκης σκοτώθηκε όταν πήγε να φέρει  στους πολιορκημένους νερό, ενώ ο γυμνασιάρχης Αλ. Σακελλαρόπουλος στη επετηρίδα των καλαβρύτων, το 1970, σελ.63, υποστήριξε  ότι ο Θανασάκης σκοτώθηκε εντός του οχυρού. Αντιθέτως η συλλογική μνήμη των κατοίκων των Φιλίων, θέλει τον Θανασάκη να σκοτώθηκε σε ενέδρα επιστρέφοντας από ερωτικό ραντεβού με Οθωμανίδα ή μοναχή. Μάλλον όμως τα παραπάνω δεν αληθεύουν αφού ο Θ. Ρηγόπουλος, που έζησε από κοντά τα γεγονότα, δεν αναφέρει τίποτα για τον Θανασάκη. Το μόνο που αναφέρει, όπως προείπαμε, είναι πως η πολιορκία διήρκησε 3 ημέρες και έληξε αδόξως για τους Αιγυπτίους, από δε τους πολιορκημένους σκοτώθηκε μόνον ο Νικ. Παπαγιαννακόπουλος. Εξάλλου και η συλλογική μνήμη των κατοίκων του χωριού Τσορωτά, διασώζει ακριβώς τις ίδιες μνήμες με τις προαναφερόμενες, με τη διαφορά όμως ότι στους πολιορκημένους προστίθενται και αρκετοί Τσορωταίοι.

Παρότι μέχρι σήμερα από τους τοπικούς συγγραφείς (κυρίως Φιλαίους) δεν έχει δοθεί σημασία σ’ αυτήν την πληροφορία, εμείς πρέπει να θεωρήσουμε ότι αληθεύει, αφού αφενός το ρέμα της Παναγιάς είναι πιο κοντά στο χωριό Τσορωτά και επομένως θα ήταν λογικό να ταμπουρωθούν εκεί και αρκετοί Τσορωταίοι, αφετέρου η δράση και το μέγεθος του Τσορωταίου αγωνιστή Θεοδώρου Μπο(υ)λιαρίτη, ο οποίος μάλιστα άφησε και το όνομά του ως τοπωνύμιο στην περιοχή ( η περιοχή λέγεται ακόμα  και σήμερα …στου Μπουλιαρίτη) μας κάνουν να πιστεύουμε ότι τούτος μετά των ανδρών του είχε ισχυρή παρουσία στην περιοχή, πήρε δε μέρος στην άμυνα ως φρουρά προστασίας των αμάχων κατοίκων που είχαν κρυφθεί εκεί.>>


Μετά τη μάχη το εκκλησάκι (οχυρό) έμεινε αμόλυντο αφού δεν πατήθηκε από Αγαρηνού ποδάρι και δεν είναι βέβαιον αν ξαναλειτούργησε, γιατί η επισκεψιμότητά του είναι άκρως επικίνδυνη. Για να ανεβείς, αφού φτάσεις στη ρίζα του βράχου όρθιος, αρχίζεις να ανεβαίνεις με τα τέσσερα μέχρι να φτάσεις σε μια δρύινη σκάλα τεσσάρων σκαλοπατιών που της έλειπε το τρίτο σκαλοπάτι κι αν τύχαινε και κοίταζες κάτω έβλεπες την κύτη του ρέματος. Όσοι τους δόθηκε η ευκαιρία και αψηφώντας τον κίνδυνο, λόγο του νεαρού της ηλικίας, είχαν και την τρέλα να το επισκεφτούν, (όπως ο γράφων το 1952) νόμιζαν πως ένιωθαν την μυρουδιά από το καμένο θειάφι και τα αναμμένα ξύλα που έριχναν οι στρατιώτες του Ιμπραήμ για την κατάληψή του.  Το εκκλησάκι πρέπει να είχε συληθεί γιατί δεν είχε τίποτα μέσα εκτός από μια μικρή φτηνή εικόνα της παναγίας βρεφοκρατούσης.


Το δεύτερο από τα δύο Τουρκοβούνια έχει σχέση με τον Τσορωτιώτη  αγωνιστή του 1821  Θεόδωρο Μπουλιαρίτη. Ο ίδιος συγγραφέας  στο βιβλίο του που προαναφέρθηκε και στις Σελίδες 75-78  γράφει για τον εν λόγω αγωνιστή :

<<Αυξ. Αριθ. 01954\κυτίον140. ΜΠΟ(Υ)ΛΙΑΡΙΤΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΣ

Ο σημαντικότατος αυτός αγωνιστής, καταγόταν από το Τσορωτά και μάλλον ήταν κλέφτης στα βουνά πριν την έναρξη του αγώνα. Το γεγονός τούτο πιστοποιείται από το ότι στα δεξιά του αμαξιτού δρόμου Κ.Κλειτορίας- Λευκάσιο ( Τσορωτά ), στα τουρκοβούνια ,υπάρχει σπηλιά που ονομάζεται έως σήμερα «σπηλιά του Μπουλιαρίτη» και που προφανώς ήταν το άντρο του. Μετά την επανάσταση ο Θεόδ. Μπουλιαρίτης εγκαταστάθηκε μονίμως στα Καλάβρυτα και έτσι σε όλες του τις αιτήσεις δηλώνει ως κατοικία του την πόλη αυτή.>>

Και αφού συνεχίζει το ιστορικό του εν λόγω αγωνιστή για τις εκδουλεύσεις και τις μάχες που έλαβε μέρος, καταλήγει:

<<Ενδεχομένως από τον Θεόδ. Μπο(υ)λιαρίτη να κατάγεται η σημερινή Καλαβρυτινή οικογένεια που φέρει το επίθετο Τσορωτιώτη, ως δηλωτικό της αρχικής καταγωγής της. Η οικογένεια αυτή είχε και νεκρούς στην εκτέλεση των Γερμανών την 13.12.1943.>>

Ο Χωματόλοφος Κιβούρι.

Η λέξη κιβούρι σημαίνει τάφος και προφανώς δεν δόθηκε τυχαία σ’ αυτόν τον χωματόλοφο που σημειωτέον τότε που θυμάμαι εγώ δεν είχε ψηλή βλάστηση. Πολλές σκέψεις γεννώνται, τόσο για το όνομα αλλά και για την βλάστηση. Για το όνομα μπορεί  να υποθέσει κανείς, ότι στο χώρο αυτό έγινε μεγάλη φονική μάχη και κρύβει ομαδικό τάφο ή επειδή ο Αρχαίος Κλείτωρ έκανε εξόρυξη χαλκού  μπορεί να υπάρχουν στα έγκατά του στοές και σε κάποια να εγκλωβίσθηκαν εργαζόμενοι κι έτσι να πήρε το όνομα, μπορεί ακόμα και να είναι τάφος κάποιου μεγάλου ανδρός. Για τη βλάστηση: μπορεί να σχηματίστηκε από νεκρό χώμα που προέκυπτε ύστερα από την επεξεργασία  του μεταλλεύματος γιατί υπάρχει εκεί κοντά το τοπωνύμιο καμίνι. Τα παραπάνω είναι απλώς αυθαίρετες σκέψεις του γράφοντος.

Εκείνο που είναι βέβαιον, είναι το γεγονός ότι, στην κορυφή αυτού του λόφου έστηνε το παρατηρητήριό του, ο καλύτερος από όσους διετέλεσαν αγροφύλακες στο Χωριό, ο Καψάλης (Γεώργιος Κουλούκης το όνομά του). Πολύ γερή σφυρίχτρα, ο Μπάρμπα Γιώργης! Κάθε χρόνο και κατά μήνα Μάη, που άρχιζαν τα διάφορα φρούτα να γίνονται (κοντούλες, προϊμάπηδα κ.λ.π.) έκοβε, από δέντρο, δρυ, κλαδιά κι έφτιαχνε φρατζιάτα (πέργκολα τη λένε σήμερα), πανταχόθεν ελεύθερη, ώστε η ορατότητα που είχε, ήταν κυκλική (360ο). Έβαζε και μια καρέκλα μέσα, για να ξεκουράζεται στη σκιά και όταν έφευγε, αντικαταστούσε τον εαυτό του με ένα ομοίωμα (σκιάχτρο) που δεν ήξερες αν είναι ή δεν είναι εκεί, γιατί πολλές φορές, δεν γνώριζες από πού ξεφύτρωνε. Ήταν το φόβητρο των παιδιών και ιδίως των ατίθασων. Είχε κυκλοφορήσει και η φήμη ,ότι όταν έπιανε  παιδιά παρανομούντα, δεν τα πήγαινε στο αυτόφωρο, αλλά τα έβαζε να αλωνίσουν αγκάθια,  αφαλαρίδας. Η αφαλαρίδα είναι ένα χαμηλό όμορφο αγκάθι και όταν ωριμάσει γίνεται κίτρινο ή μώβ, οι δε βελόνες του μοιάζουν με καρφίτσες, αλλά πιο σκληρές και πιο αιχμηρές, και το Κιβούρι ήταν γεμάτο από αυτές.


Είχε κυκλοφορήσει ότι ο Χρήστος Σουρής είχε αλωνίσει αγκάθια, αλλά δεν πρέπει να είναι αλήθεια γιατί ο Καψάλης δεν ήταν τόσο σκληρός, αλλά και ο Σουρής όταν τον ρωτούσαμε να μας πει αν πράγματι αλώνισε αγκάθια , μας απαντούσε με νόημα << Βέβαια, βέβαια>>.  Έτσι φύλαγε ο Καψάλης την περιοχή της ευθύνης του, κυκλικά, από τα Παλιάμπελα, την Ανάληψη, τα Παλιογάλαρα, του Γκιόρμα, την Κατουνίστα, το Ζερβό το Καλιβάτσι και του Αι Νικόλα τα περιβόλια. Φεύγοντας σε σύνταξη ο Μπάρμπα Γιώργης, και μη έχοντας κληρονόμους, άνοιξε στο ένα δωμάτιο του σπιτιού του καφενεδάκι κι έζησε εκεί με τη γυναίκα του, κυρά Μαρία, μέχρι βαθιά γεράματα. γράφοντας έτσι τη δική του σελίδα στην ιστορία του Λευκασίου, απολαμβάνοντας το σεβασμό των συγχωριανών του.

28η Οκτωβρίου 1940

Την ίδια μέρα της κηρύξεως του Ιταλο-Ελληνικού πολέμου, κι ενώ << τα ημέτερα Στρατεύματα αμύνονταν του Πάτριου εδάφους >> κατά το στρατιωτικό ανακοινωθέν, η Πάτρα δεχότανε τον πρώτο βομβαρδισμό από τα Ιταλικά Βομβαρδιστικά  τύπου FIAΤ BR.20 CICOGNIA, της 116ης ομάδας των Πελαργών του 277ου Σμήνους της Ιταλικής Αεροπορίας (277ου  Squadriglia, 116 Grupo), υπό την αρχηγία του Σμηνάρχου Κάρλο Πίνα.


Έπληξαν την πόλη από μεγάλο ύψος, σε μια επίθεση η οποία ξεκίνησε στις 9:45 το πρωί για να τελειώσει το μεσημέρι της ίδιας ημέρας. Τα θύματα, άμαχοι πολίτες, έφτασαν σύμφωνα με την εφημερίδα<<Σημερινή>>, της 28ης Οκτωβρίου 1940, τα 193, τα οποία αποτελούντο  από 125 άνδρες, 43 γυναίκες και 25 παιδιά. Η εφημερίδα <<Καθημερινή>> της 29ης Οκτωβρίου 1940, πληροφορεί ότι << Ο υπερβολικός αριθμός των θυμάτων, οφείλεται εις το γεγονός ότι,ο άμαχος πληθυσμός παρέμεινε κατά την ώραν του βομβαρδισμού εις ακάλυπτους χώρους και δεν ετήρησε τα στοιχειώδη μέτρα αυτοπροστασίας, καταφεύγων κατά την διάρκεια του συναγερμού εις υπόγειους χώρους ή έστω ισόγειους των οικείων τους προχείρως διασκευαζομένους>>.

Τα  όσα έγραψε η εφημερίδα Καθημερινή, αμφισβητήθηκαν από τον πατέρα μου. Λίγες μέρες μετά τον βομβαρδισμό βρέθηκε στην Πάτρα και έμαθε από διασωθέντες, ότι τα Ιταλικά αεροσκάφη, είχαν κατεβάσει Ελληνικές σημαίες για την παραπλάνηση της αντιαεροπορικής άμυνας της πόλης και τα αεροσκάφη δεν βομβάρδισαν την πόλη από μεγάλο ύψος αλλά από χαμηλά. Θα μου πεις, Δικτατορία Μεταξά ήταν τότε και υπήρχε λογοκρισία. Το κατανοώ!!, ας είναι. 

Τις περισσότερες βόμβες δέχτηκε η περιοχή της οδού <<Τριών Ναυάρχων >> και  πολλοί πίστεψαν τότε (πάντα κατά την εφημερίδα) ότι οι Ιταλοί πιλότοι θεώρησαν τα δέντρα, τα οποία βρίσκονταν τοποθετημένα σε διάταξη ανά δύο, για Ελληνικό στράτευμα. 

Και αυτό δεν πρέπει να ευσταθεί, καθότι στην Πάτρα, έμεναν μόνιμα πάρα πολλοί Ιταλοί, μεταξύ των οποίων και πολλοί προσκείμενοι στο φασιστικό καθεστώς του Μουσολίνι, ήταν λοιπόν αδύνατο να μην γνώριζαν καλά την Πάτρα ώστε να περάσουν τα δέντρα για στρατιώτες. Ο βομβαρδισμός ήταν μια καθαρά δολοφονική ενέργεια του Μουσολίνι κατά αμάχων, για να καμφθεί το φρόνημα των Ελλήνων, συνέβη όμως το αντίθετο.


Ανάμεσα στα 193 θύματα ήταν και δύο συμπατριώτες μας Λευκάσιοι , ο Γρηγόρης  Αθανασούλιας (Ζάππας) αδερφός της γιαγιάς μου Αρετής Θεοδώνη το γένος Αθανασούλια και η κόρη της και αδερφή του πατέρα μου, Δήμητρα (Δημητρούλα)  Θεοδώνη, του Παναγιώτου και της Αρετής, μένανε στην οδό Τριών Ναυάρχων που δέχτηκε τις περισσότερες βόμβες, οι οποίες δεν τους σκότωσαν σε ακάλυπτους χώρους αλλά στην κουζίνα τους, παίρνοντας το πρωινό τους. 

Ας είναι αιωνία η μνήμη τους .


Αυτό για την ιστορία των θυμάτων πολέμου από τον άμαχο πληθυσμό.

Ο ΚαβουρινοΚώστας

Την Κυριακή της 29ης Δεκεμβρίου 2013 ευρισκόμενος στο χωριό μου (μας) παραβρέθηκα στο 40ήμερο μνημόσυνο του πρόσφατα μεταστάντος υπεραιωνόβιου Λευκάσιου (Τσορωτιώτη)  ΚαβουρινοΚώστα. Θεώρησα καθήκον μου να αφιερώσω στη μνήμη του μερικές θυμησές μου από το βίο του. Πολλές φορές  κονταροχτυπήθηκε με το Χάροντα στα μαρμαρένια αλώνια  ο ΚαβουρινοΚώστας, τον αψηφούσε και τον χλεύαζε, δεν θα με πάρεις Χάροντα πριν κλείσω τον αιώνα, του έλεγε, και τα κατάφερε να τον κλείσει και να τον περάσει. Έφτασε τα 102 του χρόνια με πλήρη διαύγεια πνεύματος, που ένεκα της φθοράς του χρόνου κι όχι του Χάροντα, μετέβη από τη γήινη προσωρινότητα στην επουράνια αιωνιότητα τόσο απλά κι ωραία, όπως εύχονται όλοι οι θνητοί να τους συμβεί. Ο σύγχρονος υπεραιωνόβιος, Κων/νος Αθανασόπουλος ( ΚαβουρινοΚώστας) ευτύχησε να δει και να χαρεί παιδιά, νύφη, γαμπρούς, εγγόνια και δισέγγονα.

Γεννήθηκε, μεγάλωσε, έζησε, πέθανε κι ετάφη στη γενέθλια γη, γράφοντας τη δική του σελίδα στην ιστορία του χωριού. Είχα δεν είχα κλείσει τα 8 μου χρόνια που κρατήθηκε στο μυαλό μου μια εικόνα από το γάμο του, τότε που το συμπεθεριό κίνησε να πάει στα Κρινόφυτα να φέρει, την εκλεκτή της καρδιάς του, Βάσιω Χάλα, νύφη στο χωριό. Η εκκίνηση έγινε από το αλώνι της βρύσης, πάνω από το καλύβι του Αλέξη Κατσή, οι συγχαρικιαραίοι, Αντρέας  Γαβάζος (γιος του παπά Κατσή), Αντρέας του Ζουρνά και Γιώργης Κοκοράκης, χόρευαν πάνω στα σελωμένα άλογά τους. Όλο σχεδόν το χωριό με άλογα, μουλάρια ,ακόμα και γαϊδούρια σχημάτισαν μια πομπή που χώθηκε στου Χάρη του Δελλή το χωράφι για να πάει στα Κρινόφυτα από τον Φιλαίικο Αϊ Γιώργη και να γυρίσει κοντά το απόγευμα από την Κρίκια, φέρνοντας μαζί τους τη νύφη.

Σε δύσκολη εποχή παντρεύτηκαν, η κατοχή ήταν στο κορύφωμά της, μα ποιος μπορεί να σταματήσει τη ζωή που συνεχίζεται, έστω και αν αυτός είναι Γερμανική Ναζιστική Μπότα; Πιασμένο χέρι , χέρι το ζευγάρι, άρχισε να στήνει το νοικοκυριό του. Πέρα από τις αγροτικές δουλειές, τσαγκάρη τον θυμήθηκα τον Κώστα Καβουρίνο. Το εργαστήρι του το είχε φτιάξει στο σπίτι του και μάλιστα στο δωμάτιο που είναι αριστερά από την κύρια είσοδό του, εκεί έφτιαχνε τα παπούτσια των συγχωριανών του, πότε βάζοντας φόλες στα σχισίματα τους και πότε αλλάζοντας τις φθαρμένες σόλες τους. Έφτιαχνε και καινούργια άρβυλα από δέρμα βακέτα με πρόκες στις σόλες τους για να αντέχουν στις πέτρες και τα καλντερίμια που αφθονούσαν στο χωριό. Σπάνια έφτιαχνε σκαρπίνια και ακόμα πιο σπάνια λουστρίνια , γιατί οι περισσότεροι στο χωριό δεν είχαν χρήματα να πληρώνουν κι έτσι πλήρωναν είτε με είδος είτε με προσφορά εργασίας.

Πανέξυπνος όπως ήταν έγινε και μελισσοκόμος, έφτιαξε νομίζω 4 με 5 κυψέλες, θυμάμαι την άνοιξη που αμόλαγαν, φορούσε μια κουκούλα που στο πρόσωπό του είχε μια κρησάρα σαν εκείνη που οι μανάδες μας κοσκίνιζαν το αλεύρι να ζυμώσουν ψωμί, έπαιρνε κι ένα καπνιστήρι, είχε έτοιμο και το νέο κουβέλι (κυψέλη) κι έτρεχε κοντά του να δει που θα σταματήσει η Βασίλισσα και γύρω της να μαζευτούν οι μέλισσες σχηματίζοντας ένα σταφύλι. Τότε εμείς τρέχαμε στου Ρηγόπουλου το κτήμα να του φέρουμε μελισσοχόρταρο με άρωμα μέντας να το τρίψει στη σχισμή της άδειας κυψέλης, η μυρουδιά του χόρτου τραβούσε τη Βασίλισσα σαν μαγνήτης, παρατούσε το σημείο που είχε σταματήσει κι έμπαινε στην κυψέλη. Έτσι θυμάμαι έπιασε ένα καινούριο μελίσσι από μια μυγδαλιά που ήταν στου Ρακαντάνη τον κήπο.


Η κατοχή τέλειωσε όπως τέλειωσε και ο εμφύλιος, άνοιξε η Αμερική και άρχισε η Ούντρα να φέρνει τρόφιμα, ρούχα και παπούτσια, τα άρβυλα αντικαταστάθηκαν από στρατιωτικά Ντοκ και τα σκαρπίνια και λουστρίνια από τα εισαγόμενα. Το τσαγκάρικο έκοψε να έχει δουλειά , στο μεταξύ ήρθε και η οικογένεια, έπρεπε κάτι να κάνει. Επινοητικός όπως ήταν, αγόρασε ένα βιολί κι άρχισε να μαθαίνει να παίζει δημοτικά τραγούδια, τον βοήθησε και το γεγονός ότι σταμάτησε να παίζει και η κομπανία των παραδοσιακών οργάνων καραμούτζες και νταούλι των Γιαννακόπουλων (σκοτώθηκε ο γιος του ΜαστροΓιώργη Θανάσης στο Γράμο ,που υπηρετούσε ως Δόκιμος Ανθυπολοχαγός), έτσι σχηματίστηκε νέα κομπανία από κλαρίνο, λαγούτο και βιολί. Στο κλαρίνο ο  ΜπουρουτόΓιαννης, στο λαγούτο ο γιος του Μπουρούτη Γιώργης και στο βιολί ο Κώστας, τους βοηθούσε και ο άλλος γιος του Μπουρούτη Φώτης με την κιθάρα του, όσο ήταν μαθητής Γυμνασίου. Με την κομπανία αυτή διασκέδαζαν στις γιορτές και τα πανηγύρια, στους γάμους και στα βαφτίσια όχι μόνο οι συγχωριανοί τους Τσορωταίοι αλλά και τα γύρω Χωριά.


Σαν βιολιστής και τραγουδιστής ανέβαζε το κέφι, πολλές φορές άλλαζε μερικούς στίχους του τραγουδιού και προσάρμοζε δικούς του. Θυμάμαι, όταν τύχαινε να χορεύουμε ξενιτεμένα παιδιά από το χωριό έλεγε « Μανάδες που έχετε παιδιά μην τα πολυαγαπάτε, τι η ξενιτιά τα χαίρετε κι εσείς τα πεθυμάτε.»


Αυτός ήταν ο Καβουρινο Κώστας κι επειδή ο σοφός λαός μας λέει ότι δεν πεθαίνει κανείς όταν κλείνει τα μάτια αλλά όταν ξεχνιέται, είναι αδύνατον να ξεχαστεί.


Ελαφρύ το χώμα της πατρώας γης που τον σκέπασε.

Θύματα πολέμου περιόδου 1940-1949, από τον άμαχο πληθυσμό.

Θύματα πολέμου από τον άμαχο πληθυσμό κατά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο και τον εμφύλιο 1940- 1949) δεν νομίζω πως υπάρχει χωριό που να μη θρήνησε, έτσι και το Λευκάσιο θρήνησε τους δικούς του ανθρώπους.


Συγκεκριμένα θρήνησε τους: 

1. Γρηγόρη Αθανασούλια (ως Ζάππας, ήταν γνωστός στην Πατρινή κοινωνία)

2. Δήμητρα ή Δημητρούλα Θεοδώνη του Παναγιώτου, θείος και ανιψιά, σκοτώθηκαν στον βομβαρδισμό της Πάτρας που έγινε την ίδια μέρα της έναρξης του πολέμου 28η Οκτωβρίου 1940. Έμεναν στην οδό Τριών Ναυάρχων που δέχτηκε τις περισσότερες βόμβες.

3. Βασίλειος Ορφανός (Πατέρας του Αντρούτσου και του Νικολή). Σκοτώθηκε στην τρανή σκάλα της Παναγιάς το Ρέμα, περιεργαζόμενος εγκαταλελειμμένη Ιταλική χειρομβοβίδα, την οποία βρήκε στην κύτη του ρέματος. Τον φέρανε στο χωριό στο σπίτι του Νικολή. Θλίψη και πόνο σου προκαλούσε η φωνή του που ψέλλιζε μέχρι το πρωί που πέθανε, λέγοντας << Λαλά του Γιώργου, Λαλά του Γιώργου. >>. Δηλαδή παιχνίδι για τον εγγονό του Γιώργο, που ήταν γιος του Αντρούτσου. 

4. Παρθένιος Λουκόπουλος Αρχιμανδρίτης. Εκτελέστηκε από τους Γερμανούς  στο Ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων.

5. Γεωργία Σακελλαροπούλου, σύζυγος του Θανάση Σακελλαρόπουλου (Τσακαμπίκα). Τη σκότωσε ο γιος της Τζίμης, με περίστροφο που νόμιζε πως ήταν άδειο. Φόνος εξ αμελείας είπανε (Βλακείας θα έλεγα εγώ). Προφανώς δεν γνώριζε ότι τα άδεια όπλα σκοτώνουν! Πάντως αιτία του θανάτου της ήταν ο πόλεμος.

6. Σοφία Τσούνη, σύζυγος Γεωργίου Τσούνη. Εκτελέστηκε από τους Αντάρτες στον Φιλαίικο Αη Γιώργη. Το αίτιο της εκτελέσεώς της δεν το γνωρίζω, αλλά εκείνο που γνωρίζω είναι ότι, οι Γερμανοί είχαν επιτάξει το σπίτι τους στα Μαζέικα που μένανε. 

7. Ιωάννης Σταθακόπουλος γιος του Θανάση (Καρύπη) Σταθακόπουλου και της Σοφιάς. Ένα παιδί άκακο και απονήρευτο, στρατολογήθηκε βίαια από τον πρώτο του ξάδερφο Θεόδωρο Κουλούκη (Λαρή) την ίδια μέρα που στρατολόγησε και τους Γιώργη (Μπουρούτη) Μπερτσουκλή, Βασίλη Κιούση και Κώστα Δημήτρουλα (Καγιά). Οι άλλοι τρεις δραπέτευσαν από τους αντάρτες, ο Γιάννης όχι μόνο δεν δραπέτευσε αλλά ούτε και όταν δόθηκε αμνηστία κατά την εκκαθάριση της Πελοποννήσου από την ένατη μεραρχία δεν εκμεταλλεύτηκε την ευκαιρία, όπως έκανε ο ξάδερφός του Λαρής. Μαθεύτηκε πως πέθανε από κρυοπαγήματα κάπου στο Μαίναλο.

8. Κωνσταντίνος Δημήτρουλας (Γιαμαρέλος), τον σκότωσαν οι Γερμανοί στο ολοκαύτωμα των Καλαβρύτων . Ήταν τότε τσοπάνης στο κοπάδι των προβάτων της Αγίας Λαύρας. 

Είχαμε και έναν ανάπηρο πολέμου, τον Γεώργιο Κατσή γιος του Αλέξη Κατσή (Μπαλατσιού). Ο Γιώργης τότε μικρό παιδί, γύρω στα εννιά με δέκα του χρόνια, βρέθηκε στα χέρια του (άγνωστο πως) ένα καψούλι από εμπρηστική βόμβα, προφανώς από αυτές που είχαν ρίξει οι Ιταλοί για να κάψουν του Φίλια, αλλά αντί να τις ρίξουν στου Φίλια τις έριξαν στο δικό μας δάσος, στο σημείο εκεί που είναι σήμερα η δεξαμενή νερού. Ευρισκόμενος στον πλάτανο της βρύσης, το περιεργαζότανε, άγνωστο πως εξερράγη και του θρυμμάτισε το δεξί του χέρι από τον καρπό και κάτω. Το συμβάν έγινε μπροστά στα μάτια των γυναικών που παίρνανε νερό από τη βρύση και των συνομήλίκων του, που παίζανε παραπέρα. Παίρνουν το παιδί και το πάνε στα Μαζέικα στους Γερμανούς, αυτοί ακρωτηρίασαν το χέρι και κράτησαν το παιδί μέχρι να επουλωθεί η πληγή. Όταν έφυγαν οι Γερμανοί και άνοιξαν τα Σχολεία, ο Γιώργης έγραφε με το αριστερό και ήταν ο καλύτερος καλλιγράφος και μαθητής. 

Οι τσορωταίικες κομπανίες

Στο βιβλίο του Θεόδωρου Καρασούτα  << Λαϊκός Πολιτισμός Κλειτορολευκασίας>>, Παρασκήνιο,  Αθήνα (2001), και στη σελίδα 338 διαβάζουμε: Οι  Φιλαίοι αποκαλούσαν τους Τσορωταίους Λαλέους, δηλαδή καλούς τραγουδιστάδες (από το ρήμα Λαλώ, δηλαδή το λαλούσαν οι Λαλέοι Τσορωταίοι) πηγή, Τρίσω  Μαρίνη, Δημ. Κόλλια.

Δίκιο έχει η Τρίσω Μαρίνη, που έδωσε αυτή την πληροφορία, γιατί και εγώ θυμάμαι τη δεκαετία του 1940-1950 που το χωριό είχε πολλούς κατοίκους, (απογραφή 1940 άτομα 441 και 1950 άτομα 449), ελάχιστοι ήταν εκείνοι που δεν μπορούσαν να τραγουδούν και δεν ήξεραν να χορεύουν. Σαν  τραγουδιστάδες και χορευταράδες που ήταν, είχαν τις δικές τους κομπανίες, φτιαγμένες από συντοπίτες τους για να ξεφαντώνουν στους, γάμους, στα βαφτίσια, στις γιορτές και πανηγύρια τους.


Είχαν δύο κομπανίες, μία με παραδοσιακά όργανα (πίπιζες και νταούλι) και ήταν των Γιαννακοπουλαίων (Μουχρούτας, ΜαστροΓιώργης, και Μελίγκρας) , οι δύο πρώτοι αδέρφια και ο τρίτος πρώτος ξάδερφός τους, και η δεύτερη, με κλαρίνο, λαγούτο και κιθάρα των Μπουρουταίων (Γιάννης Μπερτσουκλής και τα παιδιά του, Γιώργης λαγούτο και ο Φώτης κιθάρα). Τελειώνοντας ο Φώτης το οκτατάξιο Γυμνάσιο Κλειτορίας, έφυγε για ανεύρεση καλύτερης ζωής, η κομπανία συμπληρώθηκε με τον ΚαβουρινοΚώστα με βιολί.


Η πρώτη κομπανία διασκέδασε τους Τσορωταίους μέχρι το 1949 που ένα θλιβερό γεγονός την ανάγκασε να σταματήσει δια παντός (σκοτώθηκε στο  Γράμμο ο μοναχογιός και μοναχοπαίδι του ΜαστροΓιώργη, ο Θανάσης που υπηρετούσε ως Έφεδρος Ανθυπολοχαγός). Έτσι διαλύθηκε αυτή η κομπανία. Οι Τσορωταίοι συνέχισαν βέβαια  να διασκεδάζουν με την δεύτερη κομπανία,  που σημειωτέο, εξοπλίσθηκε με μικρόφωνα, ηχεία, και ενισχυτή, για αρκετό χρονικό διάστημα μέχρι που και αυτή αυτoδιαλύθηκε. Η διάλυσή της δεν ωφείλετο μόνο στο γεγονός ότι άλλαξε ο τρόπος διασκέδασης, αλλά και στην μετανάστευση του περισσότερου παραγωγικού δυναμικού του χωριού στην αλλοδαπή και ημεδαπή για μια καλύτερη ζωή.