Saturday, October 29, 2022

Μια Αποκριά αλλιώτικη από τις άλλες

Σε ανύποπτο χρόνο σκιαγραφώντας  τους ανθρώπους που γνώρισα την 15ετία 1940-1955 με το παρόνομά τους, έγραψα για το Νικολή τον Ψάχο: Στο σπίτι του το φτωχικό, πού ’χε τις χάρες ούλες, ντυνόντουσαν τις αποκριές, οι Τσορωτέικες  Μπούλες. Σ’ αυτό μαζεύονταν κρυφά, οι πλακατζήδες του χωριού, μεσόκοποι και νέοι, και αφού μεταμφιέζονταν, στον τύπο που στον καθένα ταίριαζε (παπάς, γιατρός, παπουτσής ή γυρολόγος), ντυνότανε και ο γαμπρός και η νύφη με το πέπλο και πίσω τους όλοι οι μικροί, που μοιάζανε κομπάρσοι. Έτσι ξεκίναγε μία πομπή, με γέλια, κουδούνια και τραγούδια, για να καταλήξουνε στης ράχης το αλώνι, εκεί που τους περίμενε, συγκεντρωμένο όλο το χωριό να αρχίσουνε το γλέντι. Κάποιοι να προσπαθήσουνε τη νύφη τους να κλέψουν, κι εκείνοι να τους κυνηγούν, χτυπώντας τους, με στάχτη απ΄τα ταγάρια τους που είχανε γεμάτα, για το κακό που τόλμησαν στη νύφη τους να κάνουν. Ύστερα να αρχίζουνε τα όργανα, πίπιζες και νταούλι. Όλοι να μπαίνουν στο χορό σα να ’τανε αδέρφια, και να γλεντούν αρμονικά ως το πρωί της Καθαρής Δευτέρας.

Για μια από αυτές τις αποκριές θέλω να σας πω, που άφησε ανεξίτηλο το στίγμα της, στη  παιδική μου μνήμη. Πρέπει να ήταν η πρώτη αποκριά μετά την απελευθέρωση από τη ναζιστική Γερμανία δηλαδή το 1945, και φυσικό ήταν στο  ξεφάντωμα να συμμετέχει  όλο το χωριό, που αριθμούσε τότε  πάνω από 400 ψυχές (απογραφή 1940 άτομα 421, απογραφή 1950  άτομα 449). Θυμάμαι, τη μεγαλύτερη πλάκα που σκόρπισε ξεκαρδιστικά γέλια την έκαναν δύο μασκαράδες.  Πρώτος ήταν ο  Γιώργης  Πετζούρης, είχε ντυθεί στα λευκά παριστάνοντας το γιατρό, ο οποίος έβγαλε λόγο που η κάθε του φράση περιείχε  και ένα αστείο κάνοντας  τους συγχωριανούς να γελούν και να τον χειροκροτούν. Δεύτερος  ήταν ο Γιώργης Κοκοράκης, ο οποίος είχε ντυθεί παπάς με ράσο και πετραχήλι και κάλεσε τις γυναίκες που σήκωναν τα αστεία να τις εξομολογήσει. Πρώτη δέχτηκε να εξομολογηθεί η Γιωργίτσα του ΜπουρουτόΓιαννη, μόλις της έβαλε ο παπαΓιώργης το πετραχήλι στο κεφάλι να την εξομολογήσει, έβγαλε μια κραυγή που μετατράπηκε σε ξεκαρδιστικό γέλιο. Το ίδιο συνέβη και με την Ασήμω του Καβουρίνου, τη Ζωίτσα του Νιαούρου και τη Γιωργίτσα του Γιαμά. Τι είχε κάνει ο παπάς που προκαλούσε τις κραυγές και τα ξεκαρδιστικά γέλια; Είχε κρεμάσει στο ράσο, κάτω από το πετραχήλι, δύο κρεμμύδια και ένα λουκάνικο.

Τα κάλαντα Στο Χωριό

Αύριο χαράματα, πάλι θα ακουστούν οι χαρούμενες φωνές των πιτσιρικάδων που θα ξεχυθούν στους δρόμους και τα στενά, μέχρι την τελευταία συνοικία των χωριών και πόλεων της Ελλάδας μας, ψάλλοντας τα κάλαντα. Την προηγούμενη δευτέρα ανάγγελλαν τη χαρμόσυνη είδηση, της του Χριστού γεννήσεως, και αύριο θα αναγγείλουν την καινούργια χρονιά που έρχεται. Τα φετινά κάλαντα με γύρισαν πολλά χρόνια πίσω, θυμήθηκα τότε που και εγώ εννιάχρονος πιτσιρικάς, σχημάτιζα για πρώτη φορά παρέα, να βγούμε να πούμε τα κάλαντα.
Ήταν κοντά τα Χριστούγεννα του 1944 και ο καινούριος χρόνος του 1945, μέχρι τότε, που διάθεση για κάλαντα! Από το 1941 είχαμε κατοχή και τα μεν δύο πρώτα χρόνια της κατοχής από τη Φασιστική Ιταλία τα πράγματα ήταν πιο χαλαρά, από τις αρχές όμως του 1943 και μέχρι το 1944 που άρχιζε η χαραυγή της νίκης (οι Γερμανοί άρχισαν να εγκαταλείπουν την Πελοπόννησο από τον Σεπτέμβριο του 1944), η Πελοπόννησος και ιδιαίτερα η Καλαβρυτινή Γη γνώρισε την πλέον σκληρή κτηνωδία της ναζιστικής Γερμανίας με αποκορύφωμα εκείνης « του ολοκαυτώματος των Καλαβρύτων». Με την αναχώρηση των Γερμανών άνοιξαν αμέσως τα σχολεία, άνοιξε και το δικό μας με τον ίδιο δάσκαλο που είχαμε πριν κλείσουν, τον Κωνσταντίνο Βουρλή. 

Τα κάλαντα που λέγαμε τότε ήταν εκείνα που έλεγαν στο Χωριό και οι προηγούμενες γενιές και ήταν για μεν τα Χριστούγεννα: 

Χριστούγεννα πρωτόγεννα, πρώτη γιορτή του χρόνου, 
για βγείτε δείτε μάθετε πως ο Χριστός γεννάται, 
γεννάται κι ανατρέφεται με μέλι και με γάλα, 
το μέλι τρώνε οι άρχοντες το γάλα οι αφεντάδες. 
Σ’αυτό το σπίτι πού ’ρθαμε πέτρα να μη ραγίσει, 
κι ο νοικοκύρης του σπιτιού χρόνια πολλά να ζήσει. 

Για δε την πρωτοχρονιά, λέγαμε: 

Άγιος Βασίλης έρχεται από την Καισαρεία, 
βαστάει κόλα και χαρτί, χαρτί και καλαμάρι, 
το καλαμάρι έγραφε και το χαρτί ομίλει. 
Βασίλη πόθεν έρχεσαι και πόθεν κατεβαίνεις. 
Από τη μάνα μου έρχομαι και στο σχολειό πηγαίνω. 
Βασίλη ξέρεις γράμματα να πεις την αλφαβήτα, 
και στο ραβδί του ακούμπησε να πει την αλφαβήτα. 
Ξερό χλωρό ήταν το ραβδί, χλωρούς βλαστούς πετάει, 
κι απάνω στα αντιβλάσταρα πουλάκια κελαηδούνε. 
Σ’αυτό το σπίτι πού’ρθαμε πέτρα να μη ραγίσει, 
 κι ο νοικοκύρης του σπιτιού χρόνους πολλούς να ζήσει. 

 Το φιλοδώρημα που μας έδιναν τότε δεν ήταν χρήματα,(εξ άλλου τα χρήματα τότε δεν είχαν καμιά αξία, αρκεί να σας πω πως με ένα εκατομμύριο Ραλικά λεφτά έπαιρνεςδύο τσιγάρα χύμα από κούτα των 88 τσιγάρων κι όταν ο Γιοχανάς στα Μαζέϊκα άρχισε να δίνει τρία τσιγάρα στο εκατομμύριο βγήκε το σλόγκαν Τρία τα έχει ο Γιοχανάς, τρία τα έχει ο Γιοχανάς). Έτσι λοιπόν αντί για λεφτά μας έδιναν καρύδια, μύγδαλα και καμιά φορά μαύρες σταφίδες. 

Όταν όμως ήρθε ο Βουρλής, μας έμαθε για την πρωτοχρονιά νέα κάλαντα που ήταν: 

 Άγιος Βασίλης με χαρά, έφερε την πρωτοχρονιά, 
άρχοντες ας χαρούμε, καλώς ήρθες ας της πούμε, 
 που πάλι αξιωθήκαμε νέα χρονιά και είδαμε, 
ποιος ξέρει αν θα ζούμε και του χρόνου να χαρούμε. 
Δώρα στα χέρια της κρατεί και τα μοιράζει γελαστή. 
Όλοι ας τα δεχτούμε και του χρόνου ας της πούμε. 
Σ’αυτό το σπίτι πού’ρθαμε πέτρα να μη ραγίσει, 
κι ο νοικοκύρης του σπιτιού χρόνια πολλά να ζήσει. 

Έτσι είπα τα κάλαντα την πρωτοχρονιά του 1945 μαζί με το φίλο μου αείμνηστο Λούη Σκάρπα(του Καράγιωργα) και πιστέψτε με ήταν τα ωραιότερα κάλαντα της ζωής μου, γιατί είχαν άρωμα ελευθερίας.

Πριν 75 χρόνια. Από Γεώργιο Θεοδώνη

Το καλοκαίρι έχει μπει για τα καλά. Κυριακή 20 Ιουνίου 1943 . Μια 15ιά αντάρτες, στη βρύση του χωριού, καθισμένοι στον ίσκιο του πλάτανου, ακονίζουν τις ξιφολόγχες και τα μαχαίρια τους. Μαζί τους είναι και ο Αλέξης του Ξούρο-Δήμου, κάτι συζητάνε μεταξύ τους και γενικά έχουν μια νευρικότητα και μια κινητικότητα που και σε μένα ακόμα που ήμουν μόλις οκτώ χρονών μου φάνηκε παράξενη. Κάποιος έρχεται(μάλλον ο Πάγκαλος, γιος του Αντρέα Λαΐνη) κάτι τους λέει. Με γρηγοράδα παίρνουν τα πράγματά τους, ανεβαίνουν το μονοπάτι που οδηγεί προς του Κοκοράκι το σπίτι, και χάνονται μέσα στο δάσος. Μαζί τους ακολουθούν ο Αλέξης και ο Πάγκαλος. Σε όχι πολύ ώρα, τη θέση τους κατέλαβαν ένα τσούρμο Ιταλών που έφτασαν από τα Μαζέικα. Εμείς μερικά παιδιά, μόλις έφυγαν οι αντάρτες σκορπιστήκαμε στο χωριό. Εγώ βρέθηκα στις απηδές(τοπωνύμιο) στου Ρακαντάνη το αλώνι, και ο αδερφός μου, Τάκης, στου μέξι(τοπωνύμιο), στη θεια μου τη Βγενιά. Εκεί δίπλα, στο αλώνι του Ρακαντάνη, ήταν μια στρούγκα, που τυροκομούσαν και μου δίνανε πολλές φορές λίγη στάλπη να φάω. Από κει, τόσο εγώ όσο και οι μεγαλύτεροι από μένα ακούγαμε τους πολυβολισμούς κατά ριπές. Στο διπλανό χωριό Φίλια, είχε ανάψει η μάχη για τα καλά, μεταξύ των ανταρτών και των Ιταλών. Η Μάχη κράτησε μέχρι το απόγευμα. Όπως έλεγαν στο Καφενείο οι πιο μεγάλοι, κάποιος ή κάποιοι προδότες, ειδοποίησαν τους Ιταλούς ότι οι αντάρτες βρίσκονταν ή στο Τσορωτά ή στου Φιλια. Εκατό περίπου Ιταλοί ξεκίνησαν από τα Μαζέικα να τους βρουν και αφού δεν τους βρήκαν στου Τσορωτά τράβηξαν για του Φίλια. Οι πρώτοι Ιταλοί έμπαιναν στου Φίλια και οι τελευταίοι μόλις είχαν περάσει τον Άγιο Μάμα(εξωκλήσι Λευκασίου) όταν οι αντάρτες τους βάλανε στη μέση, άλλοι από τον προφήτη Ηλία των Φιλίων και άλλοι από την Αγία Τριάδα τη δική μας και τους τσάκισαν. Σ’αυτή τη μάχη έλαβε μέρος και ο Αργύρης Αντωνόπουλος(Τσαιπάς), από το χωριό μας , ο Διάκος όπως ήταν γνωστός τότε. Πράγματι, ήταν αν όχι Διάκος οπωσδήποτε Ιερομόναχος στο Μοναστήρι της Αγίας Λαύρας, που πέταξε τα ράσα για να βγει αντάρτης στο βουνό, να πολεμήσει, τον κατακτητή και ήταν γνωστός με το ψευδώνυμο Διάκος. Την επομένη της μάχης, ο ΜπουρουτοΓιώργης, μας έλεγε, ότι ήταν στο αλωνάκι με τα πρόβατά του, όταν πέρασε από κει με πολλές προφυλάξεις ο Διάκος, πηγαίνοντας στο καμάρι να συναντηθεί με τους άλλους αντάρτες που τον περιμένανε. Μάλιστα με επέπληξε είπε, γιατί δεν έπαιρνα κι εγώ προφυλάξεις ώστε να μη γίνω στόχος από τους Ιταλούς που περνούσαν από τα Σουλινάρια με φορεία για τα Μαζέικα. Οι απώλειες των ανταρτών λένε πως ήταν δύο και τους έθαψαν, τον έναν στα Μελίσσια και τον άλλο στου Δημάκη το Λάζο. Την ίδια μέρα που πέρασε ο Διάκος από το Αλωνάκι , οι Ιταλοί πήραν από το Χωριό μας τον Ρακαντάνη (Κών|νο Μπερτσουκλή) που ήταν πρόεδρος, τον Σπύρο Κιούση Δάσκαλο και τον υποψήφιο τότε ιερέα του χωριού Δημήτρη Αναγνωστόπουλο, πήραν και από του Φίλια μερικούς, τους πήγαν στο Νεκροταφείο των Φιλίων και τους ανάκριναν για να μάθουν ποιος ειδοποίησε τους αντάρτες ότι έρχονται οι Ιταλοί. Οι Τσορωταίοι επέμεναν ότι ο Πάγκαλος έχει πολλές μέρες να φανεί στο χωριό και δεν γνωρίζουν που βρίσκεται, για τον Τάγκαλο, γνωρίζουν οι Φιλαίοι, ρωτήστε τους. Μετά από αυτή την πειστική εξήγηση τους άφησαν ελεύθερους, από δε του Φίλια σκότωσαν έξι, μεταξύ των οποίων και τον Παπά. Από το Χωριό μας έκαψαν μόνο το σπίτι του Διάκου, Αργύρη Αντωνόπουλου(Τσαιπά). Οι Ιταλοί έμειναν στου Φίλια τρεις μέρες, την Τρίτη μέρα έφτασαν δύο Ιταλικά αεροπλάνα και έκαναν αναγνωριστικές πτήσεις, σκορπίζοντας πανικό και φόβο. Εμείς εκείνη τη μέρα είμαστε στο σπίτι και ο πατέρας μου που ήταν μπαρούτοκαπνισμένος από τον Πρώτο Παγκόσμιο πόλεμο(είχε πολεμήσει έξι συνεχή χρόνια στη Μικρά Ασία) κατάλαβε ότι ακολουθούσε βομβαρδισμός και μας κατέβασε κάτω στο κατώι. Αφού έκαναν τις αναγνωριστικές βόλτες τους, τα αεροπλάνα κατέβηκαν πολύ χαμηλά και άφησαν τις εμπρηστικές βόμβες τους για να κάψουν του Φίλια , αλλά αντί οι βόμβες να πέσουν στο στόχο τους, πέσανε στο δάσος το δικό μας και συγκεκριμένα στο σημείο που είναι σήμερα η δεξαμενή νερού και μέσα στο δάσος. Ακούγαμε το θόρυβο που έκαναν τα βλήματα και τα χαλίκια έξω στην αυλή μας. Σε ότι αφορά την τύχη, τόσο του Αλέξη του Ξούρη, όσο και του Πάγκαλου, μάθαμε πολλά χρόνια μετά και από τους δύο, ότι λίγο πριν αρχίσει η μάχη, οι αντάρτες ήταν έτοιμοι μόλις πέρασαν λίγοι Ιταλοί από τον Άγιο Μάμα να την αρχίσουν. Παρενέβη τότε αυτός να αφήσουν να περάσει ο μεγαλύτερος όγκος από το εκκλησάκι και τότε να αρχίσουν τη μάχη, έτσι γλιτώνει το ένα από τα δύο χωριά, έτσι κι έγινε. Αμέσως με την έναρξη της μάχης και οι δύο φύγανε για την Αθήνα, ο Αλέξης έμεινε στην Αθήνα και μόλις έφυγαν οι Γερμανοί και άνοιξε η Αμερική ζητώντας οικονομικούς μετανάστες από την Ελλάδα, έφυγε για την Αμερική και επέστρεψε στην Πατρίδα ως Αμερικανός πολίτης, συνταξιούχος. Του Πάγκαλου τα ίχνη, χάνονται και εμφανίζεται στο χωριό στις εκλογές του 1958 ως εκπρόσωπος της Ενωμένης Δημοκρατικής Αριστεράς ΕΔΑ.

Ο Τρύγος στο χωριό μας

Σαν τούτες τις μέρες του Σεπτέμβρη, του Μήνα που τρέφει τους άλλους έντεκα (κατά την λαϊκή έκφραση), στο χωριό επικρατούσε αναταραχή και αναβρασμός μεγάλος, << Θέρος, Τρύγος, Πόλεμος >> άκουγες από τα στόματα των απλών ανθρώπων του χωριού, στην παιδική μου ηλικία και δεν είχαν άδικο, γιατί μέσα σε ένα μήνα, έπρεπε να γίνουν πολλές δουλειές συγχρόνως. Να μαζέψουν τις κορφάδες από τα ποτιστικά αραποσίτια που τις είχαν κόψει και απλώσει για να ξεραθούν, να τις κάνουν δεμάτια και να τις τοποθετήσουν στα καλύβια εκεί που φυλάγονταν τα άχερα, η κριθαριά και τα τριφύλλια, να αποτελέσουν κι αυτές φάχνα(τροφή) για τα ζώα το χειμώνα. Να μαζέψουν τα φασόλια, τα χαρόνια( μαυρομάτικα) και τη ρόβη, να τα λιάσουν, να τα στουμπίσουν, να πάρουν τον καρπό, να τον τοποθετήσουν στα κασόνια που φυλάγονταν το σιτάρι, το κριθάρι και όποιον άλλο καρπό μάζεψαν το καλοκαίρι και τα φλέσουρα να τα βάλουν σε τσουβάλια και από κει στο καλύβι, για τον ίδιο σκοπό με τις κορφάδες . Να μαζέψουν και τα καρύδια, όσοι βέβαια είχαν καρυδιές. Έτσι άφηναν το θερισμό του αραποσιτιού για το τέλος του Μήνα και άρχιζαν την προετοιμασία για το πανηγύρι του Τρύγου. Ο Τρύγος ήταν και είναι μια ιεροτελεστία, μπορώ να πω, δεν θέλει βιασύνη και απαιτεί μεγάλη καθαριότητα, γι' αυτόν ακριβώς το λόγο άρχιζε η καθαριότητα των εργαλείων που θα χρησιμοποιούνταν για την περισυλλογή των σταφυλιών, τη μεταφορά, το πάτημα την προσωρινή αποθήκευση και την οριστική τοποθέτηση, του μούστου που θα γίνει κρασί. Τέτοια ήταν, τα κοφίνια, οι κόφες, το πατητήρι, η κάδη, οι γιδιές, οι σεντονιές, το βαγένι και τέλος τα βουτσιά. Τα κοφίνια και οι κόφες ήταν πλεγμένα είτε από λυγαριά είτε από καλάμι, γι αυτό αυτές τις μέρες, έρχονταν και στρατοπέδευαν δυο, τρεις οικογένειες τσιγγάνων στον Αϊ Νικόλα έκοβαν ρακίτες κατά μήκος του ρέματος, έπλεκαν κοφίνια και κόφες και τα πουλούσαν στο χωριό. Το πατητήρι ήταν ξύλινη κατασκευή φτιαγμένη από τέσσερα καδρόνια εφτά επί εφτά και μήκους ενός περίπου μέτρου, καρφωμένα κωνικά σε άλλα δύο καδρόνια δέκα επί δέκα αλλά μήκους δύο περίπου μέτρων και γύρω-γύρω καρφωμένα σανίδια τρυπημένα με χειροκίνητο αρίδι κάνοντας τρύπες για να περνάει ο μούστος κατά το πάτημα των σταφυλιών, το μήκος των σανιδιών άρχιζε ογδόντα πόντους στο επάνω μέρος μειούμενα μέχρι σαράντα πόντους στο κάτω μέρος και στον πυθμένα πάλι καρφωμένα από τα ίδια σανίδια, εκτός από ένα στη μέση που θα σηκωνόταν δημιουργώντας καταπακτή για το άδειασμα των τσίπουρων. Η κάδη και αυτή ξύλινη κατασκευή σχήματος κόλουρου κώνου και στο πλάι του κάτω μέρους της με κάνουλα ή με πύρο πάνω στην οποία τοποθετείτε το πατητήρι και χρησιμεύει για προσωρινό αποθηκευτικό χώρο του μίγματος, μούστος, τσάμπουρα. Οι γιδιές ήταν το δέρμα κατσικομούνουχου τραγιού, βάρους άνω των 35 οκάδων, για να έχει μεγάλη χωρητικότητα, το οποίο αφού το κούρευαν το έδεναν στο λαιμό, και στα τέσσερα πόδια και το γύριζαν ανάποδα , έτσι γινόταν δερμάτινο ασκί ( τσουβάλι) με το οποίο μετέφεραν τα πατημένα σταφύλια με τα ζώα στο χωριό και τα άδειαζαν στο βαγένι. Το ίδιο ήταν και οι σεντονιές (τσουβάλια από αδιάβροχο μουσαμά) κάνοντας την ίδια εργασία με τις γιδιές. Το βαγένι και τέλος τα βουτσιά Το βαγένι ήταν ένα μεγάλο βαρέλι χωρητικότητας πάνω από πεντακόσιες οκάδες τότε και χρησίμευε ως αποθηκευτικός χώρος του μίγματος, μούστος- τσάμπουρα, ήταν δρύινο , είχε μεγάλο άνοιγμα στο επάνω μέρος και στο μπροστινό φούντι του είχε πόρτα που έμπαινε άνθρωπος μέσα για να το καθαρίσει και έκλεινε υδατοστεγώς, ήταν δε παλαγκιασμένο μόνιμα πάνω σε δρύινα μαδέρια για να μη σαπίσει εφόσον δεν μετακινιόταν. Τέτοια βαγένια μεγάλης χωρητικότητας είχε το Μέγα Σπήλαιο, το Σταμάτη και τον Αγγελή και μάλιστα παλαγκιασμένα κατά το θρύλο πάνω στα κόκαλα του δράκου που σκότωσαν ή έκαψαν όταν βρήκαν την εικόνα της Παναγίας. Αν βρεθείτε στο Μ. Σπήλαιο ζητείστε να τα δείτε, αν βέβαια υπάρχουν σήμερα. Εγώ τα έχω δει, εκτός από τα κόκαλα του δράκου. Στο βαγένι ή στην κάδη ο μούστος έμενε μέχρι το πολύ τέσσερις μέρες για να πάρει χρώμα και ύστερα άρμεγαν από τον πύρο το λαγάρι και το έβαζαν στα βουτσιά που τελικά ύστερα από δύο μήνες θα γινόταν το κρασί της νέας σοδειάς. Αμπέλια στο Χωριό υπήρχαν , στα παλιάμπελα , στη κατουνίστα, στα παλιογάλαρα, και μερικοί είχαν και στα Μαζέικα , υπήρχαν και μεμονωμένα αμπέλια , όπως του Αντρούτσου στου κράτουλα, Του Πετζούρι στη μακρυνιά και του Ψώλια στον Πλούσιο, όσον αφορά για ποικιλίες σταφυλιών, κυριαρχούσαν η αλεπού(ροδίτης) και το φιλέρι,( μαύρο μοσχάτο). Την έναρξη του τρύγου την καθόριζε το κοινοτικό συμβούλιο με απόφασή του, αφού ελάμβανε υπόψη του και τη γνώμη του αγροφύλακα, με σκοπό να τελειώνουν όλοι σχεδόν μαζί, επειδή μετά τον τρύγο δεν φυλάγονταν τα αμπέλια, και οι τσοπάνηδες άφηναν τα πρόβατα ελεύτερα για να φάνε τα φύλλα. Την καθορισμένη μέρα όλο το χωριό κατέβαινε με τα ζώα τους φορτωμένα άλλοι τις κόφες και τα κοφίνια, όσοι είχαν μικρή σοδειά σταφυλιών, και άλλοι τις κάδες και τα πατητήρια με μεγάλη σοδειά, με γέλια, τραγούδια και χαρές, λες και πήγαιναν σε πανηγύρι κι όταν συναντιόντουσαν εύχονταν ο ένας στον άλλο <<Καλά μπερκέτια,( καλή σοδειά) >> Αυτός ο ομαδικός τρύγος κράτησε μέχρι που μπήκαμε στην ΕΟΚ η οποία(ΕΟΚ)λίγο αργότερα επιδότησε το κόψιμο του κάθε κλίματος με 500 δραχμές, όπου και συντελέστηκε το έγκλημα, για να προβληθούν, τα Γαλλικά κρασιά. Όλοι ή σχεδόν όλοι, έκοψαν τα αμπέλια τους κι έτσι χάθηκε το ομαδικό πανηγύρι του Τσορωταίικου τρύγου. Εγώ πάντως σήμερα εύχομαι , <<καλά κρασιά >> σε όσους φίλους έχουν βάλει ,τούτες τις μέρες, μούστο για κρασί.

Saturday, January 1, 2022

Η ΔΙΑΔΡΟΜΗ ΤΟΥ ΒΙΟΥ ΜΟΥ ΜΕΣΑ ΑΠΟ ΤΗ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΑ

Η διαδρομή του βίου μου
μέσα από τη φωτογραφία



Τον Τροχό του χρόνου που αέναα γυρίζει, αν δεν τον σταματήσεις για να αποτυπώσεις πάνω στα γρανάζια του ένα οποιοδήποτε γεγονός, είτε ιστορώντας το, είτε φωτογραφίζοντάς το, πάει χάνεται και είναι σα να μη συνέβη ποτέ. 

 

Επειδή εγώ ήθελα πολύ  να κρατήσω κάτι από το διάβα του Βίου μου, συγκέντρωσα τις όποιες φωτογραφίες είχα, τις πέρασα στο κομπιούτερ, επιστράτευσα τη μνήμη μου να με βοηθήσει να προλογίσω την κάθε μια από αυτές, έτσι ώστε να σχηματιστή το βιβλίο που αναφέρεται στο κομμάτι του βίου μου, μέσω της φωτογραφίας.

 

Εγώ πάντως προσπάθησα, αν τα κατάφερα εσείς θα το κρίνετε.

Ζητώ την επιείκειά σας.  

 

 

 

Γεώργιος Θεοδώνης

2014 



Το  Χωριό μου




Το χωριό μου, είτε από δορυφόρο είτε από φωτογραφίες παρουσιαζόμενοέχει κάτι το ήρεμο, το ξεχωριστό, το γλυκό, το ακριβό, το πολύ απλό και πολύ πλούσιο μέσα στην απλότητά του. 













Σύνθετο από πολλές ομορφιές και χρώματα, και αρώματα και ποικιλίες και γραμμές. Κάτι το μοναδικό και δυσκολο­κέρδι­στο. Σα μα­κρι­νό και φευγάτο που δεν το χορταίνεις. Που όσο το πλη­σιά­ζεις τόσο το χάνεις, τόσο το βρίσκεις ατέλειωτο και μακρινό, όπως τα σύννεφα τα ροδισμένα από τον ήλιο σα χάνεται στης Ξερο­κα­ρύ­ται­νας τα βουνά, κάτι το πολύ μικρό μα και πολύ μεγάλο, το χαϊδευτικό και βελούδινο, κρουστό και βαθύ και απέραντο, κάτι το μυρισμένο και νοσταλγικό και σαν από τεχνίτη δουλεμένο, κάτι που ψυχή έχει και η γλώσσα του λείπει για να μιλήσει, κι όμως  σου μιλάει  με χίλιες δικές του γλώσσες και προπαντός με εκείνη τη γλώσσα της ήρεμης  και απόλυτης  ομορφιάς του, της  πολυσύνθετης και  πολύκρουνης.

Το Χωριό μου δεν έχει κανένα ύφος. Σου επιβάλλεται με τη γλυκιά και την ήρεμη ομορφιά του. Με τους απλοϊκούς ανθρώπους του, που σου λένε  καλημέρα και την εννοούν. Αυτό είναι το Χωριό μου.


Αισθάνομαι  ευτυχής και τυχερός που γεννήθηκα και μεγάλωσα σαυτό.  


Το σπίτι που γεννήθηκα, που μεγάλωσα, που έζησα τη ζεστασιά της οικογένειας, της συγκροτημένης οικογένειας. Ο Πατέρας μου, αγράμματος  άνθρωπος, όπως και η μάνα μου, δεν ξέρω πως οραματίστηκαν την οικογένεια, πάντως τα κατάφεραν. Το σπίτι αυτό δεν υπάρχει σήμερα. Το 1990 το κατεδάφισα και στη θέση του  έκανα ένα άλλο πιο σύγχρονο, προσπάθησα όμως να κρατήσω το ίδιο στιλ του προηγούμενου. Αν τα κατάφερα,  εσείς θα το κρίνετε.


Τότε      

                                                                                                      


 

Τώρα  με ήλιο                                                Και με χιόνι 




Οι Γονείς μου



Το 1932 δύο νέοι από το ίδιο Χωριό, με διαφορά ηλικίας ο ένας από τον άλλο δύο χρόνια (ο Πατέρας μου γεννήθηκε το 1896 και η Μάνα μου το 1898) αποφασίζουν να ενώσουν τις ζωές τους για να περάσουν τα υπόλοιπα χρόνια που τους έταξε ο θεός, μαζί.

Αγράμματοι και οι δύο , με κέφι όμως για δουλειά και προκοπή και δημιουργία οικογένειας. Απόκτησαν τρία παιδιά, α) τον Παναγιώτη που γεννήθηκε στις 11 Φλεβάρη του έτους 1934 και πήρε το όνομα του παππού μας Παναγιώτη ή Παναγιωτάκη Θεοδώνη, β)  το Γιώργη (εμένα) που γεννήθηκα στις 22 Φλεβάρη του έτους 1935 και πήρα το όνομα του αδερφού της Μάνας μου που πρόσφατα είχε πεθάνει σε ηλικία 27 ετών, και γ) Την Αρετή που γεννήθηκε το έτος 1939 και πήρε το όνομα της γιαγιάς μας Αρετής Θεοδώνη το γένος Αθανασούλια.
Δεν ξέρω πως οραματίστηκαν την οικογένεια που απόκτησαν, πάντως μεγάλωσαν τα παιδιά τους με κόπους και στερήσεις (λόγω Β. Παγκόσμιου πολέμου) αλλά με Ηθικές αρχές και αξίες.

 


Η   Μάνα μου




Για τη Μάνα μου τι μπορώ να γράψω; Ό,τι και να γράψω φοβάμαι  πως θα είμαι άδικος. Άδικος θα είμαι αν γράψω για τα  προτερήματά της γιατί μπορεί να ξεχάσω μερικά. ΄Αδικος πάλιν θα είμαι αν δεν γράψω για τα αρνητικά της, αλλά για ποια αρνητικά της να γράψω αφού εγώ δεν έβλεπα κανένα: Είναι η Μάνα μου.

Η Μάνα που με έβγαλε από τα σπλάχνα της, που βύζαξα  το γάλα της, αυτό το γλυκύτατο μητρικό γάλα που με τίποτα δεν αντικαθίσταται. Ο άνθρωπος που μου χάιδεψε τα μαλλιά με τόση απαλότητα  που κανείς στον κόσμο δεν μπορεί να το κάνει όπως αυτή. Ο άνθρωπος του οποίου η ματιά είχε τόση τρυφερότητα, τόση καλοσύνη, τόσο  πόνο μαζί και φόβο που εκφραζότανε  σε μια απέραντη και ανείπωτη αγάπη. Αυτή που ξενυχτούσε στο προσκεφάλι μου στην κάθε αρρώστια μου παρακαλώντας την παναγιά να μου διώξει τον πόνο  να μη νιώσω τη σκληρότητά του. Αυτή που κρυφόκλαιγε όταν  μέβλεπε με παλιά και φτηνά ρούχα, γιατί δεν μπορούσε να μου πάρει καλά και καινούργια. Αυτή που τα χέρια της είχαν τρυπήσει από τη σκάφη, για να τα έχει καθαρά και ας ήταν μπαλωμένα. Αυτή που μου έδωσε εκείνη την ανεπανάληπτη ευχή, όταν έφευγα  για την Αεροπορία: Άντε στο καλό παιδάκι μου και πι του στερεού. Αυτή είναι η Μάνα μου. 




Η Μάνα μου μετά την ανάρρωσή της, ύστερα από ένα ελαφρύ επεισόδιο με πάρεση  προσωπικού, τη γλίτωσε τότε, αλλά από βαρύ εγκεφαλικό  επεισόδιο μας άφησε χρόνους στις 29\-6-\1970 σε ηλικία 72 χρόνων.
Ας είναι ελαφρύ το χώμα του χωριού μας που τη σκέπασε. Εμείς, πάντως, δεν θα την ξεχάσουμε ποτέ, θα είναι πάντα στη μνήμη μας και στην καρδιά μας. Ήταν ο πρώτος σημαντικός άνθρωπος που χάσαμε τότε και μας κόστισε πολύ.




Ο   Πατέρας μου





Ο δουλευτής της μάνας γης, ο ζυμωμένος με το χώμα της και τραυματισμένος
από τις πέτρες της. Ο άνθρωπος που μέχρι το τέλος της ζωής του (στα 96 του) είχε καρδιά μικρού παιδιού και στήθος περιστεριού, κατά τη ρήση ενός γιατρού στο Νοσοκομείο Σωτηρία που τον είχα πάει για ένα βράδυ με αναπνευστικό πρόβλημα.



Αυτός είναι ο πατέρας μου κοντά στα πενήντα του χρόνια, την περίοδο της κατοχής που στερείτο μεταφορικού μέσου, ύστερα από την επίταξη  του αλόγου μας, τoυ βλάγκου, δεν μπόρεσε να το αντικαταστήσει με άλλο, γι’ αυτό φέρνει στον ώμο του, με το καλάθι, ζαρζαβατικά από το περιβόλι του  στον Άη Νικόλα και σταφύλια από το αμπέλι του στα Παλιάμπελα, για την οικογένεια. Η φωτογραφία είναι βγαλμένη κάτω από το σπίτι του Τράκα στο χωριό.





Αργότερα  σε μεγαλύτερη ηλικία  με τους από αριστερά  Βασίλη Αθανασόπουλο (Καβουρίνο), Κυρίτση άντρα της Ειρήνης (κόρη της ΖαφειροΓιαννιάς), το Δημήτρη τον Λουκόπουλο (πρώτος ξάδερφος της μάνας μου) και ο πατέρας μου.
Η φωτογραφία είναι βγαλμένη στα Μαζέικα.





Σε πιο προχωρημένη ηλικία στο Καφενείο της Κούτελης με έναν νεαρό που τον εκτιμούσε πολύ.


Κι εδώ  σε πολύ προχωρημένη ηλικία, μόλις 92 χρόνων,  με διαύγεια πνεύματος και καλή κινητικότητα, διαβάζει ένα βιβλιαράκι που όπως φαίνεται τον έχει απορροφήσει. 
Η φωτογραφία είναι βγαλμένη πάνω στη  βεράντα του σπιτιού μου στην Αρτέμιδα (Λούτσα).


Από αυτό το σημείο  αρχίζει η Δική μου Ζωή.



Η Πρώτη μου Φωτογραφία.



Η πρώτη μου φωτογραφία. Μαθητής Δημοτικού κατέβηκα στα Μαζέικα το 1948 κατά την διάρκεια της εμποροζωοπανήγυρης. Είμαι ο δεύτερος, ο μπροστά μου είναι ο Ηλίας Πράππας του Ανδρέα και της Μαριάς. Ο Λιάς, όπως τον φωνάζαμε στο χωριό, είχε γυρίσει πρόσφατα από την Αθήνα που είχε πάει στον Παναγιώτη Κούφη, αδερφό της μάνας του, και γνώριζε από αεροπλάνα και φωτογραφίες. Σαν φίλοι που είμαστε, Φωτογραφηθήκαμε για να στα­ματήσουμε  το χρόνο εκείνη τη στιγμή,  να  βλέπουμε σήμερα την παι­δική μας ηλικία  και να μελαγχολούμε. Το Αεροπλάνο πολεμικό του 2ου  Πα­γκο­σμίου Πολέμου, ζωγραφισμένο σε πανί για τiς ανάγκες της φωτογράφησης.


Το πανηγύρι στα Μαζέικα είναι το τελευταίο στην περιοχή και θεωρείται το σπουδαιότερο γεγονός της χρονιάς. Γίνεται στο τέλος Σεπτεμβρίου με αρχές Οκτωβρίου κάθε χρόνο και κρατάει μια βδομάδα. Τα Μαζέικα γίνονται πόλος έλξης όλων των χωριανών από τα γύρω χωριά, άλλοι για να αγοράσουν, άλλοι να πουλήσουν και άλλοι για να διασκεδάσουν. Έχω γράψει λεπτομερώς για το πανηγύρι στο βιβλίο μου, αλλά δεν θα αποφύγω τον πειρασμό να μη γράψω και εδώ για το πανηγύρι. Όλα τα χωριά τις μέρες του πανηγυριού κατεβαίνουν στα Μαζέικα. Έμποροι με όλων των ειδών τα εμπορεύματα, ρούχα, παπούτσια, είδη προικός, γυαλικά, αγροτικά εργαλεία, ότι φανταστείς  έχουν οι μικρομπαράγκες που έστηναν τις παράγκες τους (πρόχειρα καταστήματα) κατά μήκος του δρόμου που άρχιζε λίγο  πιο πάνω από το Ξενοδοχείο του Λουκόπουλου και έφτανε μέχρι του Βουρτσάνη το σπίτι. Η πλατεία έχει τον πρώτο λόγο. Ορχήστρα από την Αθήνα  φερμένη από το Καφενείο οι Μουριές, έχει και  χορεύτριες με τα προκλητικά τους φορέματα και το ντέφι στα χέρια κάνουν τους χωρικούς να μαζεύονται γύρω, γύρω από την πλατεία σε σχήμα πέταλου για να θαυμάσουν το τραγούδι τους, αλλά περισσότερο να δουν τα σχεδόν γυμνά τους στήθια και τα μπούτια τους, πάνω στο πάλκο που τραγουδούν, χορεύουν και λικνίζονται, σαν αρτίστες που είναι, ο θαυμασμός, το κουτσομπολιό και η κρυφή επιθυμία πάει σύννεφο. Εγώ μικρό παιδί τότε χάζευα όλη τη νύχτα αδιαφορώντας που δεν είχα να πάω, πουθενά, να κοιμηθώ. Να φανταστείτε ότι γύριζα από ορχήστρα σε ορχήστρα όλη τη νύχτα μέχρι το πρωί που επέστρεψα στο χωριό, εκεί που με περίμενε η άγρια όρψή του πατέρα μου και η  καλοσυνάτη παρατήρηση της μάνας μου.   

















Μόνο μια χάρη ζητώ


 Μόνο μια χάρη ζητώ από εσένα,

να με θυμάσαι και εμέ καμιά φορά -  





Friday, December 31, 2021

Σύντομο Βιογραφικό Σημείωμα

Ο Γεώργιος Θεοδώνης του Ιωάννου και της Παναγιώτας το γένος Δημητρίου Λουκοπούλου, γεννήθηκε  στις 22 Φλεβάρη 1935 στο Λευκάσιο ( Πρώην Τσορωτά) Καλαβρύτων του Νομού Αχαΐας.

Το 1954 αφού ολοκλήρώσε  τις εγκύκλιες σπουδές του στο οκτατάξιο Γυμνάσιο Κ. Κλειτορίας, το 1955 εισάγεται κατόπιν εξετάσεων  στη Σχολή εφέδρων  Αρχισμηνιών της Ελληνικής ( Βασιλικής τότε ) Αεροπορίας με τριετή υποχρεωτική θητεία.  Υπηρετεί ολόκληρο το χρονικό διάστημα στο Συγκρότημα των Μονάδων που είχαν έδρα στο Δέλτα Φαλήρου (πριν την ανάπλασή του) και συγκεκριμένα στην ΑΥΑ (Αποθήκες Υλικού Αεροπορίας) ως Διαχειριστής τροφών  των Μονάδων του Λεκανοπεδίου Αττικής. 

Απολύεται στις 2 Σεπτέμβρη 1958 κι στις 9 του ίδιου μήνα και έτους, προσλαμβάνεται κατόπιν εξετάσεων ως ιδιώτης πλέον στο   ΚΕΑ (Κρατικό Εργοστάσιο Αεροπλάνων) που και αυτό είχε έδρα στο ίδιο συγκρότημα Μονάδων Δέλτα Φαλήρου.  


Στο ΚΕΑ εργάζεται ως βοηθός  Διαχειριστή ανταλλακτικών  Αεροκινητήρων jet από της προσλήψεώς του (9|9|1958) και μέχρι τον Νοέμβριο 1961 όπου προσλαμβάνεται  στο ΚΠΕ “Δ” ( Κέντρο Πυρηνικών Ερευνών “ Δημόκριτος” ) της (ΕΕΑΕ (Ελληνικής Επιτροπής Ατομικής Ενέργειας). 

Στην εν λόγω υπηρεσία εργάζεται σε διάφορες διοικητικές και οικονομικές θέσεις και τον Σεπτέμβριο 1988 συμπληρώσας την απαιτούμενη προϋπηρεσία και πέραν αυτής (36 χρόνια και 4 μήνες) υποβάλλει αίτηση  προς συνταξιοδότηση και συνταξιοδοτείται σε ηλικία 53 ετών.


Από το 1966 είναι έγγαμος με την Μαρία  του Ιωάννη και της Χριστίνας Δημόπουλου από το Πεύκο Μεσσηνίας με την οποία απόκτησαν τρία παιδιά το Γιάννη , το Βαγγέλη και την Παναγιώτα που γεννήθηκαν κατά σειρά 02\ 03\1975, 27/04/1978 και 04\10\1980, ευτύχησαν να χαίρονται δύο εγγονές και ευελπιστούν  να χαρούν κι άλλα εγγόνια.


Στην αρχή του έγγαμου βίου του διέμενε στην ιδιόκτητη κατοικία του στο Ίλιον\Αττικής μέχρι το 2004 όπου μετακόμισε και διαμένει μέχρι  σήμερα στην εξοχική του κατοικία  στην Αρτέμιδα Αττικής ασχολούμενος με τον κήπο του και το αμπέλι του, τον δε ελεύθερο χρόνο του εξακολουθεί να γράφει τις αναμνήσεις του..